Eurobank: Ανάγκη για περισσότερες και ποιοτικότερες επενδύσεις και ενίσχυση της αποταμίευσης

Eurobank: Ανάγκη για περισσότερες και ποιοτικότερες επενδύσεις και ενίσχυση της αποταμίευσης

H ελληνική οικονομία έχει εισέλθει σε φάση σταδιακής αποκατάστασης των παραγωγικών της δυνατοτήτων, μετά από μια πολυετή περίοδο αποεπένδυσης, μείωσης του εργατικού δυναμικού και υποχώρησης της συνολικής παραγωγικότητας. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα του νέου τεύχους της Eurobank Research, «7 Ημέρες Οικονομία», με ημερομηνία 14 Μαΐου 2026.

σχετικά άρθρα

Σύμφωνα με την ανάλυση, η κρίση χρέους δεν περιόρισε μόνο το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας, αλλά άφησε βαθύτερο αποτύπωμα στις ίδιες τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας. Η συρρίκνωση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, η μείωση του εργατικού δυναμικού και η πτώση της παραγωγικότητας οδήγησαν σε χαμηλότερο δυνητικό προϊόν.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, άρχισε να αντιστρέφεται από το 2022. Όπως σημειώνει η Eurobank Research, οι καθαρές επενδύσεις παγίων επέστρεψαν σε θετικό έδαφος και η τάση αυτή διατηρήθηκε για τέταρτο συνεχόμενο έτος το 2025, με αυξανόμενο ρυθμό. Καθοριστικό ρόλο είχαν η στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η βελτίωση της δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κατάστασης της χώρας και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Το 2025, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου ανήλθε στο 16,9% του ονομαστικού ΑΕΠ, ενώ οι αποσβέσεις διαμορφώθηκαν στο 12,9%. Ως αποτέλεσμα, οι καθαρές επενδύσεις παγίων αυξήθηκαν στο 3,9% του ΑΕΠ, από 2,9% το 2024, 2,5% το 2023 και 2,0% το 2022. Συνολικά, την τετραετία 2022-2025 ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός της ελληνικής οικονομίας αυξήθηκε κατά 26,4 δισ. ευρώ, ανακτώντας περίπου το 29,8% των απωλειών της περιόδου 2010-2021, όταν το πάγιο κεφάλαιο είχε μειωθεί κατά 88,7 δισ. ευρώ.

Η Eurobank Research υπογραμμίζει, πάντως, ότι η επενδυτική ανάκαμψη δεν αρκεί από μόνη της. Η Ελλάδα εξακολουθεί να χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση των επενδύσεων, τόσο σε όγκο όσο και σε πολλαπλασιαστικό αποτύπωμα, καθώς αυτές παραμένουν χαμηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Παράλληλα, η αύξησή τους θα πρέπει να συνοδευτεί από μεγαλύτερη συμμετοχή εγχώριων πόρων στη χρηματοδότησή τους, ώστε να μην επιβαρύνεται υπέρμετρα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Στο πεδίο της αποταμίευσης, η συνολική αποταμίευση διαμορφώθηκε το 2025 στο 11,7% του ΑΕΠ, ή 29 δισ. ευρώ, από 10,9% το 2024. Θετική συμβολή είχαν κυρίως οι μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις και η γενική κυβέρνηση, ενώ η αποταμίευση των νοικοκυριών παρέμεινε αρνητική, στο -1,8% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου -4,4 δισ. ευρώ.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην αγορά εργασίας. Το εργατικό δυναμικό, που είχε μειωθεί κατά 299,2 χιλιάδες άτομα την περίοδο 2010-2019, ανήλθε το 2025 στα 4,761 εκατ. άτομα, αυξημένο κατά 31,8 χιλιάδες σε σύγκριση με το 2019. Το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό αυξήθηκε στο 52,9%, από 52,0% το 2019.

Το συμπέρασμα της ανάλυσης είναι σαφές: η Ελλάδα έχει κάνει βήματα αποκατάστασης του παραγωγικού της κεφαλαίου, αλλά η διατηρήσιμη αναπτυξιακή πορεία απαιτεί ευρύτερη βάση. Περισσότερες και ποιοτικότερες επενδύσεις, ενίσχυση της εγχώριας αποταμίευσης, διεύρυνση του εργατικού δυναμικού και άνοδος της συνολικής παραγωγικότητας αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις για την αύξηση του δυνητικού προϊόντος και τη διαμόρφωση μιας ανθεκτικής αναπτυξιακής τροχιάς τα επόμενα χρόνια.