Το τείχος του χρέους και η Κινεζική «μέγγενη»: Η Ουάσιγκτον σε ελεύθερη πτώση

Η φενάκη της «αποσύνδεσης», το εφιαλτικό σενάριο των 3 τρισ. δανεισμού ετησίως και γιατί η στρατηγική Μπλένκεν-Μπένσετ οδηγεί την αμερικανική οικονομία σε αχαρτογράφητα νερά.

Το τείχος του χρέους και η Κινεζική «μέγγενη»: Η Ουάσιγκτον σε ελεύθερη πτώση

Ενόψει του Κινεζικού Νέου Έτους, η διπλωματική σκακιέρα παίρνει φωτιά, αλλά πίσω από τις εθιμοτυπικές δηλώσεις κρύβεται ένας οικονομικός πόλεμος φθοράς που η Δύση φαίνεται να χάνει. Η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για μια ακόμη σύνοδο κορυφής, όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Η συνάντηση του Μάρκο Ρούμπιο με τον Κινέζο ΥΠΕΞ Γουάνγκ Γι, παρά τους πανηγυρισμούς της αμερικανικής πλευράς για «βήματα προόδου», κατέληξε σε μια ψυχρολουσία. Το Πεκίνο δεν παίζει πλέον άμυνα. Προειδοποιεί ανοιχτά τους νεοσυντηρητικούς της Ουάσιγκτον ότι η προσπάθεια αποσύνδεσης (decoupling) και η καταστροφή των εφοδιαστικών αλυσίδων είναι παιχνίδι με τη φωτιά. Και η Κίνα κρατάει τα σπίρτα.

σχετικά άρθρα

Η αμερικανική πολιτική, είτε εκφράζεται από την Γέλε και τον Μπλίνκεν είτε από τον Μπένσετ (Bessent) και τον Ρούμπιο, ακολουθεί το ίδιο παρωχημένο σενάριο. Μια εμμονική πεποίθηση ότι οι ΗΠΑ, λόγω του προβαδίσματος στην Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), θα κερδίσουν τον μακροπρόθεσμο αγώνα. Είναι όμως έτσι; Η Κίνα, αντιλαμβανόμενη το αδιέξοδο, πιέζει για μια «παγκόσμια επανεξισορρόπηση», έναν όρο που θα κυριαρχήσει και στο επόμενο G7. Στην ουσία, η Δύση απαιτεί από την Κίνα να σταματήσει να είναι… παραγωγική.

Ο Εφιάλτης του Ενός Τρισεκατομμυρίου

Αυτό που πραγματικά τρομάζει τον νέο Υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπένσετ, δεν είναι η ιδεολογία, αλλά η λογιστική. Το κινεζικό εμπορικό πλεόνασμα έχει αγγίξει το δυσθεώρητο νούμερο του 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Για την Ουάσιγκτον, αυτό δεν είναι απλώς ένας αριθμός· είναι απειλή εθνικής ασφαλείας. Η αμερικανική απαίτηση είναι απλοϊκή: η Κίνα πρέπει να καταναλώνει περισσότερα αμερικανικά προϊόντα για να μειωθεί το έλλειμμα.

Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Κίνας έφτασε τα 242 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο το τέταρτο τρίμηνο του περασμένου έτους — ποσό που ισοδυναμεί με το 4,4% του ΑΕΠ της. Αυτό το τεράστιο κεφαλαιακό απόθεμα είναι τα «πυρομαχικά» του Πεκίνου σε έναν εμπορικό πόλεμο. Ενώ οι ΗΠΑ βυθίζονται σε ένα δημοσιονομικό κενό, η Κίνα συσσωρεύει ρευστότητα.

Και εδώ βρίσκεται η παγίδα. Παραδοσιακά, οι χώρες με πλεονάσματα ανακύκλωναν τα δολάριά τους αγοράζοντας αμερικανικά ομόλογα, χρηματοδοτώντας έτσι το αμερικανικό χρέος. Η Κίνα, όμως, έχει σταματήσει να παίζει αυτό το παιχνίδι. Δεν αγοράζει πλέον το αμερικανικό χρέος. Αντίθετα, στρέφεται σε στρατηγικές επενδύσεις: χρυσό, ορυχεία, σπάνιες γαίες και υποδομές εντός της επικράτειάς της ή στις χώρες των BRICS. Αυτή η στροφή αφήνει τις ΗΠΑ χωρίς τον βασικό τους χρηματοδότη, ακριβώς τη στιγμή που η Ουάσιγκτον είναι, ουσιαστικά, χρεοκοπημένη.

Η Μαύρη Τρύπα του Αμερικανικού Χρέους

Η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ θυμίζει πλέον χώρα του Τρίτου Κόσμου με νόμισμα αποθεματικού. Οι πολιτικές Τραμπ αναμένεται να προσθέσουν 1,44 τρισεκατομμύρια δολάρια στο ετήσιο έλλειμμα για την επόμενη δεκαετία. Από τα 1,9 τρισ. φέτος, οδεύουμε προς ετήσιο δανεισμό 3,1 τρισ. δολαρίων μέχρι το 2036.

Χωρίς την Κίνα να απορροφά αυτό το χρέος, η Ουάσιγκτον έχει δύο επιλογές: είτε να εκλιπαρεί τη Fed να τυπώσει χρήμα (πληθωρισμός), είτε να εκδίδει περιουσιακά στοιχεία που κανείς δεν θέλει, οδηγώντας τις τιμές των ομολόγων και των μετοχών σε κατάρρευση. Γι’ αυτό βλέπουμε το φαινόμενο οι ΗΠΑ να γυρίζουν τον κόσμο «εκβιάζοντας» επενδύσεις. Δεν υπάρχει εγχώριο κεφάλαιο για επανεπένδυση.

Ο Τραμπ πανηγυρίζει για τις δεσμεύσεις εταιρειών όπως η TSMC, η Hyundai και η Mitsubishi για επενδύσεις μισού τρισεκατομμυρίου στις ΗΠΑ. Όμως, ας είμαστε ρεαλιστές. Αυτές είναι κινήσεις κατευνασμού, όχι επιχειρηματικής λογικής. Αν η Κίνα συνεχίσει να ελέγχει τις ροές του παγκόσμιου εμπορίου, αυτές οι επενδύσεις θα αποδειχθούν «κουφάρια». Η παραγωγή στις ΗΠΑ είναι ακριβή και μη ανταγωνιστική για εξαγωγές. Οι υποσχέσεις θα εξατμιστούν μόλις αλλάξει ο άνεμος.

Το Αδιέξοδο των Δασμών

Η θεωρία του Μπένσετ ότι η Κίνα θα αναγκαστεί να αγοράζει αμερικανικά προϊόντα αν αυξηθεί η εσωτερική της κατανάλωση, είναι αβάσιμη. Η Κίνα έχει ήδη υποκαταστήσει τα περισσότερα δυτικά προϊόντα με εγχώρια ή φθηνότερα εναλλακτικά από άλλες αγορές. Οι εξαγωγές των ΗΠΑ προς την Κίνα μειώθηκαν κατά 15% πέρυσι, κυρίως λόγω των μη δασμολογικών εμποδίων που λειτουργούν ως de facto δασμοί άνω του 30%.

Το αποτέλεσμα του εμπορικού πολέμου είναι μπούμερανγκ. Μελέτη της ίδιας της Fed έδειξε ότι το 94% του κόστους των δασμών το επωμίζονται οι Αμερικανοί εισαγωγείς, όχι οι Κινέζοι εξαγωγείς. Οι εισαγωγείς, βλέποντας τα περιθώρια κέρδους να εξαφανίζονται, σταματούν τις προσλήψεις και την επέκταση.

Και εδώ ερχόμαστε στα «μαγειρεμένα» νούμερα. Η αγορά εργασίας στις ΗΠΑ καταρρέει κάτω από το βάρος του εμπορικού πολέμου. Οι αναθεωρήσεις των στοιχείων για την απασχόληση είναι σοκαριστικές: πάνω από ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας «εξαφανίστηκαν» από τα κιτάπια για το 2025 μετά τις αναθεωρήσεις. Συνολικά 2,1 εκατομμύρια θέσεις εργασίας λιγότερες τα τελευταία τρία χρόνια. Μιλάμε για απώλειες μεγαλύτερες από την κρίση των subprime του 2008. Ο Τραμπ, σε μια επίδειξη κυνισμού, παραδέχεται ότι μπορεί να χειραγωγήσει τα νούμερα προσλαμβάνοντας εκατομμύρια στο δημόσιο για να δείξει «απίστευτη απασχόληση», ενώ ταυτόχρονα υποτιμά το δολάριο για να εξυπηρετήσει το χρέος.

Η Φούσκα της Τεχνητής Νοημοσύνης

Μέσα σε αυτό το ζοφερό τοπίο, η ελπίδα των ΗΠΑ κρέμεται από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Αλλά και εδώ, ο κίνδυνος ελλοχεύει. Ο Τραμπ ποντάρει τα ρέστα της οικονομίας στο ότι η AI θα αλλάξει τα δεδομένα παραγωγικότητας. Όμως η απόδοση αυτής της επένδυσης απέχει 10, ίσως και 20 χρόνια. Μέχρι τότε, η οικονομία καλείται να ρίχνει τρισεκατομμύρια σε μια «μαύρη τρύπα» χωρίς άμεσο αντίκρισμα. Η αύξηση της παραγωγικότητας, στην καλύτερη περίπτωση, θα είναι της τάξης του 5-10%, συνοδευόμενη όμως από μια βίαιη «δημιουργική καταστροφή» θέσεων εργασίας.

Η Μόνη Διέξοδος είναι η Κρίση

Οι ΗΠΑ εξαντλούν τα χαρτιά τους. Το σύστημα είναι υπερ-χρηματοοικονομικοποιημένο και λυγίζει. Η στρατηγική του «ξοδεύω μέχρι να ξεχάσω το πρόβλημα» φτάνει στο τέλος της. Η Κίνα το γνωρίζει και περιμένει, συσσωρεύοντας χρυσό και πόρους, θωρακίζοντας την οικονομία της απέναντι στην αναπόφευκτη κρίση του δολαρίου.

Ο εμπορικός πόλεμος δεν είναι λύση, είναι επιταχυντής της παρακμής. Η εμμονή του Μπένσετ και του Τραμπ να αναγκάσουν την Κίνα να παραχωρήσει μερίδιο αγοράς για να επιβιώσει η αμερικανική οικονομία, προσκρούει στην πραγματικότητα. Οι ΗΠΑ χρειάζονται δανεικά που κανείς δεν θέλει να δώσει, και προϊόντα που κανείς δεν μπορεί να παράγει φθηνότερα. Το επόμενο διάστημα, οι αγορές ομολόγων και το δολάριο θα βρεθούν στη δίνη του κυκλώνα. Και όπως φαίνεται, στο Λευκό Οίκο έχουν αποφασίσει να πατήσουν γκάζι προς τον γκρεμό, ελπίζοντας ότι θα φυτρώσουν φτερά πριν την πρόσκρουση.