THE DAILY REPORT, ΓΕΩ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Το ντόμινο του Oρμούζ – Πώς o Ντόναλντ Τραμπ βυθίζει την παγκόσμια οικονομία
Η απόφαση της Ουάσιγκτον να παρακάμψει το Κογκρέσο και να χτυπήσει το Ιράν, πυροδοτεί το κλείσιμο του πιο κρίσιμου ενεργειακού κόμβου. Τι σημαίνει αυτό για τις διεθνείς αγορές και γιατί η αμερικανική οπτική συχνά παραβλέπει το πραγματικό κόστος που θα πληρώσει η Ευρώπη
Η διεθνής σκακιέρα δεν συγχωρεί τους επιπόλαιους χειρισμούς, ειδικά όταν αυτοί εκτυλίσσονται πάνω στις πιο εύφλεκτες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη. Παρακολουθώντας τις τελευταίες αναλύσεις από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, γίνεται σαφές το εξής παράδοξο: ενώ οι αμερικανοί αναλυτές εξετάζουν τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή υπό το πρίσμα της δικής τους γεωπολιτικής ηγεμονίας, οι συνέπειες των επιλογών τους ετοιμάζονται να χτυπήσουν με σφοδρότητα τις δικές μας πόρτες, εδώ στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα.
Η πρόσφατη, αιφνιδιαστική κίνηση της αμερικανικής κυβέρνησης να εξαπολύσει επίθεση κατά του Ιράν—μια ενέργεια σε συντονισμό με το Ισραήλ, η οποία μάλιστα δεν έλαβε ποτέ την έγκριση του αμερικανικού Κογκρέσου—αλλάζει βίαια τους κανόνες του παιχνιδιού. Και το κάνει τη χειρότερη δυνατή στιγμή, εν μέσω εν εξελίξει διαπραγματεύσεων στη Γενεύη. Ενώ η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα διαμηνύσει, σύμφωνα και με διεθνείς παρατηρητές, ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου, η Ουάσιγκτον επέλεξε τον δρόμο της στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Η ρητορική που συνόδευσε αυτή την απόφαση είναι ενδεικτική μιας ωμής, κυνικής προσέγγισης. Οι δηλώσεις περί «βομβών που θα πέφτουν παντού» και η υποβάθμιση των αμερικανικών απωλειών ως «κάτι που απλά συμβαίνει στον πόλεμο», απέχουν παρασάγγας από τις προεκλογικές δεσμεύσεις περί ειρήνης και σταθερότητας. Όμως, στην πραγματική πολιτική, οι λέξεις ωχριούν μπροστά στις γεωγραφικές πραγματικότητες.
Το Ιράν, όπως είχε προειδοποιήσει, απάντησε. Και η απάντησή του δεν περιορίστηκε σε πλήγματα εναντίον αμερικανικών βάσεων στη Μέση Ανατολή, τα οποία αυτή τη φορά δεν είχαν τον συμβολικό, προσυμφωνημένο χαρακτήρα προηγούμενων συγκρούσεων. Η Τεχεράνη τράβηξε τον απόλυτο άσο από το μανίκι της, προχωρώντας στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της κρίσης, πρέπει να αφήσουμε στην άκρη τις στρατιωτικές αναλύσεις και να κοιτάξουμε τους χάρτες. Το Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα θαλάσσιο πέρασμα. Είναι η “κλειδαρότρυπα” από την οποία αναπνέει το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα. Με πλάτος μόλις 50 χιλιόμετρα στο ευρύτερο σημείο του και λωρίδες ναυσιπλοΐας που δεν ξεπερνούν τα δύο μίλια ανά κατεύθυνση, τα νερά αυτά—βάθους μόλις 60 μέτρων—είναι εξαιρετικά ευάλωτα σε ναυτικούς αποκλεισμούς, νάρκες και πυραυλικά χτυπήματα.
Από αυτό το στενό περνά καθημερινά το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου. Μιλάμε για σχεδόν 20 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Επιπλέον, από εκεί διακινείται σχεδόν το 20% του παγκόσμιου υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), με βασικό τροφοδότη το Κατάρ. Όταν οι Φρουροί της Επανάστασης εκπέμπουν ραδιοφωνικά μηνύματα υψηλής συχνότητας απαγορεύοντας τη διέλευση, δεν μπλοκάρουν απλώς πλοία· βάζουν θηλιά στον λαιμό της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας.
Οι Αμερικανοί αναλυτές ορθώς επισημαίνουν ότι ο πρόεδρος Τραμπ είχε «προετοιμαστεί» γι’ αυτό το σενάριο, εξασφαλίζοντας νωρίτερα τον έλεγχο πετρελαϊκών πόρων στη Βενεζουέλα με παρόμοιες, εξωθεσμικές μεθοδεύσεις. Ωστόσο, αυτή η αμερικανοκεντρική προσέγγιση αγνοεί τον αντίκτυπο στον υπόλοιπο κόσμο. Αν ο αποκλεισμός του Ορμούζ διατηρηθεί, οι τιμές του πετρελαίου δεν θα κάνουν απλώς ένα άλμα· θα εκτοξευθούν, με τους αναλυτές να βλέπουν την τιμή του βαρελιού να αγγίζει ή και να ξεπερνά τα 120 με 150 δολάρια.
Για την Ευρώπη και φυσικά για την Ελλάδα, μια τέτοια εξέλιξη μεταφράζεται σε άμεση, επιθετική εισαγόμενη πληθωριστική κρίση. Το κόστος μεταφορών θα εκτοξευθεί, η μεταποίηση θα γονατίσει και οι τιμές των τροφίμων και των βασικών αγαθών θα ανατιμηθούν βίαια. Ενώ η αμερικανική οικονομία ίσως έχει τα εργαλεία να απορροφήσει μέρος των κραδασμών και η Κίνα—λόγω ισχυρής διαφοροποίησης των πηγών ενέργειάς της—να υποστεί μικρότερη ζημιά, οι οικονομίες της Δύσης κινδυνεύουν με ένα σοκ εφάμιλλο των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του ’70.
Εύλογα γεννάται το ερώτημα: Γιατί το Ιράν να προχωρήσει σε μια κίνηση που πρακτικά στραγγαλίζει και τα δικά του έσοδα; Οι ιρανικές εξαγωγές, άλλωστε, βρίσκονταν στα υψηλότερα επίπεδα από το 2018 και εξαρτώνται από το ίδιο ακριβώς θαλάσσιο πέρασμα. Η απάντηση βρίσκεται στη φύση του ασύμμετρου πολέμου. Όταν δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τον αντίπαλο ευθέως στο στρατιωτικό πεδίο, χρησιμοποιείς τη γεωγραφία ως όπλο маζικής οικονομικής καταστροφής. Η Τεχεράνη ελέγχει νησιά στρατηγικής σημασίας (Χορμούζ, Κεσμ, Λαράκ, καθώς και τα Μεγάλο και Μικρό Τουνμπ και το Αμπού Μούσα) από τα οποία μπορεί να επιβάλει τον νόμο της στο στενό. Είναι η απόλυτη εφαρμογή της θεωρίας της μόχλευσης (leverage). Αν το Ιράν δεν μπορεί να εξάγει το πετρέλαιό του λόγω των αμερικανικών επιθέσεων και κυρώσεων, θα φροντίσει να μην μπορεί να το κάνει κανείς από την περιοχή του Κόλπου.
Οι εναλλακτικές οδοί είναι, δυστυχώς, απελπιστικά λίγες. Ο αγωγός της Σαουδικής Αραβίας προς την Ερυθρά Θάλασσα και ο αγωγός των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων προσφέρουν μια ανακούφιση της τάξης των 6,5 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως συνολικά. Είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στον όγκο που διακινείται μέσω του Ορμούζ. Χώρες όπως το Ιράκ, το Κουβέιτ και το Κατάρ βρίσκονται πρακτικά αποκλεισμένες, χωρίς ουσιαστική διέξοδο για τις εξαγωγές τους.
Βρισκόμαστε πλέον μπροστά σε ένα αυστηρό δίλημμα. Είναι αυτή η κίνηση του Ιράν μια προσωρινή επίδειξη δύναμης, σχεδιασμένη να αναγκάσει τη διεθνή κοινότητα να πιέσει την Ουάσιγκτον για αποκλιμάκωση; Ή αποτελεί την εναρκτήρια πράξη μιας παρατεταμένης ναυτικής και οικονομικής κρίσης;
Όποια και αν είναι η απάντηση, το συμπέρασμα είναι ένα: Εισερχόμαστε σε μια νέα φάση οικονομικού πολέμου. Σε αυτόν τον πόλεμο, οι παραδοσιακές κυρώσεις δίνουν τη θέση τους στον απόλυτο έλεγχο της γεωγραφίας. Και σε αυτό το τραπέζι, ο λογαριασμός των αμερικανικών επιλογών θα πληρωθεί, για άλλη μια φορά, από τις οικονομίες της Ευρώπης.
