Η αμερικανική οικονομία και οι επενδυτικές αγορές μοιάζουν να ακροβατούν σε ένα εξαιρετικά λεπτό σχοινί. Αν και σε επίπεδο επιφάνειας οι δείκτες συχνά δείχνουν ανθεκτικότητα, κάτω από το καπό, το σύστημα φαίνεται να πλησιάζει στα όρια μιας βίαιης απομόχλευσης. Το χρεωστικό σύστημα στο οποίο βασίζεται η παγκόσμια οικονομία τρέφεται από τη μόχλευση. Και όπως μας δίδαξε σκληρά το 2008, όταν το σύστημα είναι υπερδανεισμένο, αρκεί ένα μικρό ντόμινο –ένα ποσοστό της τάξης του 4,5% των στεγαστικών δανείων τότε– για να ρίξει ολόκληρο τον πύργο.
Σήμερα, ο κίνδυνος δεν κρύβεται στα subprime δάνεια. Κρύβεται στις σκιώδεις αγορές χρήματος, στο γεωπολιτικό ρίσκο του πετρελαίου και σε ένα δυσθεώρητο εθνικό χρέος.
Η «Σκιώδης» Αγορά των Ιδιωτικών Πιστώσεων
Το πρώτο μεγάλο ρήγμα εντοπίζεται σε αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν ιδιωτικές πιστώσεις (private credit). Πρόκειται για ιδιωτικά δάνεια προς εταιρείες, ακίνητα και υποδομές, τα οποία δεν περνούν μέσα από το αυστηρά ρυθμισμένο τραπεζικό σύστημα. Τα τελευταία 10 χρόνια, αυτή η αγορά γιγαντώθηκε από το απόλυτο μηδέν στα 3 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Εταιρείες-κολοσσοί όπως η Blackstone, η Apollo και η Blue Owl άντλησαν κεφάλαια από συνταξιοδοτικά ταμεία (συμπεριλαμβανομένων των 401k των απλών πολιτών) και ασφαλιστικές, δανείζοντάς τα με υψηλότερα επιτόκια, ελάχιστη εποπτεία και περιορισμένη διαφάνεια. Το πρόβλημα; Αυτά τα δάνεια είναι «κλειδωμένα» σε μακροπρόθεσμα, μη ρευστοποιήσιμα συμβόλαια.
Όταν οι επενδυτές πανικοβάλλονται και ζητούν τα χρήματά τους πίσω –όπως συμβαίνει ήδη– τα funds δεν μπορούν απλά να ρευστοποιήσουν άμεσα τα περιουσιακά τους στοιχεία. Το αποτέλεσμα είναι να μπαίνει “φρένο” στις αναλήψεις, προκαλώντας κατακόρυφη πτώση στις μετοχές κορυφαίων χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων. Όπως προειδοποίησε χαρακτηριστικά ο CEO της JP Morgan, Jamie Dimon: «Όταν βλέπεις μια κατσαρίδα, πιθανότατα υπάρχουν κι άλλες».
Ο Εφιάλτης του Πετρελαίου και η Παγίδα της FED
Ιστορικά, σχεδόν κάθε μεγάλη ύφεση έχει προηγηθεί από μια απότομη εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου. Το 1973 (εμπάργκο), το 1979 (Ιρανική Επανάσταση), το 1990 (Πόλεμος του Κόλπου), το 2000 και το 2007, η αλματώδης αύξηση του “μαύρου χρυσού” έπνιξε την ανάπτυξη. Σήμερα, με τη συνεχιζόμενη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή και την απειλή κλεισίματος των στενών του Ορμούζ, οι τιμές πιέζονται ξανά προς τα πάνω, εκτοξεύοντας το κόστος παραγωγής, μεταφοράς και τροφίμων παγκοσμίως.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μοναδικότητα –και η επικινδυνότητα– της σημερινής συγκυρίας. Στο παρελθόν, όταν η οικονομία έμπαινε σε ύφεση, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (FED) είχε περιθώριο να τυπώσει χρήμα (ποσοτική χαλάρωση) και να μειώσει τα επιτόκια, διότι η τιμή του πετρελαίου κατέρρεε. Σήμερα, η FED είναι παγιδευμένη: αν τυπώσει χρήμα για να σώσει την οικονομία, με το πετρέλαιο σε ανοδική τροχιά, θα πυροδοτήσει έναν ανεξέλεγκτο πληθωρισμό. Είναι μια παρτίδα σκάκι όπου ο κεντρικός τραπεζίτης αντιμετωπίζει “ρουά ματ”.
Χρέος, Ελλείμματα και το Φάντασμα της Τεχνητής Νοημοσύνης
Παράλληλα, ο “ελέφαντας στο δωμάτιο” ακούει στο όνομα εθνικό χρέος. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ εισπράττει περίπου 5,2 τρισ. δολάρια ετησίως, αλλά ξοδεύει 7 τρισ. Αυτό το δομικό έλλειμμα των σχεδόν 2 τρισ. δολαρίων τροφοδοτεί ένα χρέος που ήδη αγγίζει τα 38 τρισ. δολάρια και προβλέπεται να φτάσει τα 58 τρισ. μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Η κατανομή αυτών των εσόδων προκαλεί ίλιγγο:
-
70% πηγαίνει απευθείας σε κοινωνικές παροχές (Social Security, Medicare).
-
30% απορροφάται μόνο από τους τόκους του χρέους.
-
20% κατευθύνεται στην εθνική άμυνα.
Το άθροισμα; 120%. Η Αμερική ξοδεύει περισσότερα από όσα βγάζει μόνο για τα απολύτως ανελαστικά της έξοδα, πριν καν ρίξει ένα δολάριο σε υποδομές ή παιδεία.
Αν προσθέσουμε σε αυτή την εξίσωση την επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης, η οποία απειλεί άμεσα εκατομμύρια θέσεις εργασίας “λευκού κολάρου” (διοίκηση, οικονομικά, πληροφορική), ο κίνδυνος γίνεται υπαρξιακός. Αν αυτοί οι υψηλόμισθοι εργαζόμενοι χάσουν τη δουλειά τους, τα φορολογικά έσοδα του κράτους θα κατακρημνιστούν, διευρύνοντας το έλλειμμα σε μη βιώσιμα επίπεδα.
Το Ακραίο Σενάριο: Το «Μαγικό Τρικ» του Χρυσού
Με τα παραδοσιακά εργαλεία νομισματικής πολιτικής να έχουν εξαντληθεί, στο τραπέζι έχει πέσει μια αντισυμβατική, αλλά ιστορικά δοκιμασμένη θεωρία: η ανατίμηση των αποθεμάτων χρυσού των ΗΠΑ.
Η αμερικανική κυβέρνηση κατέχει 8.000 τόνους χρυσού. Ενώ η πραγματική τιμή αγοράς ξεπερνά τα 2.000 δολάρια (και κινείται ανοδικά), στα βιβλία του κράτους ο χρυσός είναι αποτιμημένος στα 42,22 δολάρια ανά ουγγιά – μια τιμή «παγωμένη» από το 1973 επί Νίξον.
Γιατί συντηρείται αυτή η ψευδαίσθηση; Επειδή ο χρυσός είναι ο φυσικός ανταγωνιστής των αμερικανικών ομολόγων. Αν η κυβέρνηση παραδεχτεί την πραγματική του αξία, υπονομεύει το δικό της χρέος.
Ωστόσο, σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, το Υπουργείο Οικονομικών θα μπορούσε να ανατιμήσει τον χρυσό στην αγοραία του αξία (ή και πολύ παραπάνω, π.χ. στα 10.000 δολάρια/ουγγιά). Με αυτό το λογιστικό τρικ, ένας ισολογισμός 11 δισεκατομμυρίων θα μετατρεπόταν εν μία νυκτί σε ένα περιουσιακό στοιχείο τρισεκατομμυρίων, χωρίς να δανειστεί ούτε ένα σεντ. Αυτό έχει ξαναγίνει: το 1934 από τον Ρούσβελτ και δύο φορές τη δεκαετία του ’70 από τον Νίξον.
Ένα τέτοιο απόθεμα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως “διέξοδος διαφυγής”. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να προτείνουν σε πετρελαιοπαραγωγικές χώρες (όπως η Σαουδική Αραβία) την αγορά πετρελαίου με υπερτιμημένο χρυσό αντί για υποτιμημένα δολάρια. Αυτό θα έριχνε άμεσα την τιμή του πετρελαίου, θα τιθάσευε τον πληθωρισμό και θα έδινε στη FED τον απαραίτητο χώρο να ανασάνει, αποσοβώντας την ύφεση χωρίς να τυπώσει νέο χρήμα.
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι όπου τα παλιά εγχειρίδια ίσως δεν επαρκούν. Το αν η διόρθωση θα είναι μια ομαλή προσγείωση ή ένα βίαιο ντόμινο, μένει να φανεί. Το σίγουρο είναι πως η εποχή του φθηνού χρήματος έχει τελειώσει, και οι λύσεις που απαιτούνται θα είναι εξίσου πρωτοφανείς με το μέγεθος του προβλήματος.

