Το κόλπο των 38 τρισεκατομμυρίων: Πως οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να διαγράψουν το χρέος (και ξέρετε ποιοί θα το πληρώσουν)
H αλλαγή στον υπολογισμό του πληθωρισμού, ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης και η αγωνία για την πρωτοκαθεδρία απέναντι στην Κίνα σε μια κρίσιμη οικονομική καμπή
Η αμερικανική οικονομία βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική πρόκληση που αγγίζει τα όρια της υπαρξιακής απειλής. Με το εθνικό χρέος να πλησιάζει το δυσθεώρητο νούμερο των 39 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, οι ιθύνοντες στην Ουάσιγκτον αναζητούν εναγωνίως μια διέξοδο. Το πρόβλημα είναι απλό στη διατύπωση αλλά εφιαλτικό στην επίλυση: η χώρα έχει «εθιστεί» σε μια δεκαετία μηδενικών επιτοκίων (0%), μια συνθήκη που ξεκίνησε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και παρατάθηκε έως πρόσφατα.
Όμως, οι εποχές άλλαξαν. Με τα επιτόκια να έχουν σημειώσει άνοδο –φτάνοντας ακόμα και στο 5,5% την περίοδο 2022-2023– το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους εκτοξεύεται. Το 2015, οι τόκοι που πλήρωνε η κυβέρνηση ήταν περίπου 200 δισεκατομμύρια δολάρια. Σήμερα, το νούμερο αυτό έχει ήδη ξεπεράσει το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια και, αν δεν ληφθούν δραστικά μέτρα, οι προβλέψεις κάνουν λόγο για 2 τρισεκατομμύρια μέσα στην επόμενη οκταετία. Η κατάσταση αυτή απειλεί ευθέως τη χρηματοδότηση κρίσιμων τομέων, όπως η κοινωνική ασφάλιση και η υγεία (Medicare), αναγκάζοντας την κυβέρνηση να επανεξετάσει ολόκληρη τη δομή της οικονομίας της.
Η γεωπολιτική σκακιέρα: Κίνα και η απειλή του δολαρίου
Το δεύτερο σκέλος της κρίσης είναι εξίσου κρίσιμο. Τα υψηλά επιτόκια λειτουργούν ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας, επιτρέποντας στην Κίνα να καλύπτει το χαμένο έδαφος. Παρόλο που το Πεκίνο έχει ήδη ξεπεράσει τις ΗΠΑ σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (PPP), η κούρσα για το ΑΕΠ σε απόλυτα δολάρια παραμένει το «ιερό δισκοπότηρο» της παγκόσμιας κυριαρχίας.
Η απλή μαθηματική πραγματικότητα είναι ότι η κινεζική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα. Εάν οι ΗΠΑ δεν καταφέρουν να μειώσουν τα επιτόκιά τους –σε επίπεδα αντίστοιχα με αυτά της Κίνας– κινδυνεύουν να δουν τα παγκόσμια κεφάλαια να ρέουν μαζικά προς την Ασία. Αυτό θα αποτελούσε καίριο πλήγμα για το δολάριο ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Στον σημερινό πολυπολικό κόσμο, οι ΗΠΑ δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να επιβάλλουν τη βούλησή τους μέσω στρατιωτικής ισχύος ή πολιτικής πίεσης όπως στο παρελθόν. Η μόνη λύση, λοιπόν, για να παραμείνουν ανταγωνιστικές, είναι η τεχνητή μείωση των επιτοκίων μέσω της αλλαγής των κανόνων του παιχνιδιού στον πληθωρισμό.
Η νέα μέθοδος: «Trimmed Mean» και η εξαπάτηση των αριθμών
Πώς θα γίνει αυτό; Μέσω μιας νέας μεθοδολογίας μέτρησης του πληθωρισμού, γνωστής ως trimmed mean inflation (πληθωρισμός αποκομμένου μέσου όρου). Μέχρι σήμερα, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (CPI) μετρούσε ένα ευρύ καλάθι αγαθών. Η νέα πρόταση της Federal Reserve προβλέπει την αφαίρεση των λεγόμενων «τιμολογιακών σοκ» –όπως οι προσωρινές αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας λόγω γεωπολιτικών κρίσεων (π.χ. στον Περσικό Κόλπο)– από την εξίσωση.

Με αυτή τη μέθοδο, το 2022, όταν ο πληθωρισμός επίσημα άγγιξε το 9%, με τη νέα μέτρηση θα ήταν μόλις 5,5%. Στην πραγματικότητα, η Fed αποκτά το «άλλοθι» να υποστηρίξει ότι ο πληθωρισμός είναι χαμηλότερος από ό,τι φαίνεται, δικαιολογώντας έτσι τη μείωση των επιτοκίων στο 2% ή 2,5%. Αυτό θα επέτρεπε στο κράτος να μειώσει δραστικά τους τόκους που καταβάλλει για το χρέος του. Πρόκειται για μια κίνηση που «καθαρίζει» το λογιστικό βιβλίο, αλλά δημιουργεί τεράστια προβλήματα στον μέσο πολίτη, καθώς η πραγματική αγοραστική δύναμη του δολαρίου θα συνεχίσει να φθίνει.
Πραγματικός πληθωρισμός vs «Τεχνητός» πληθωρισμός
Εδώ πρέπει να διαχωρίσουμε δύο έννοιες: τον πραγματικό πληθωρισμό (αυτόν που νιώθουμε στην καθημερινότητά μας) και τον τεχνητό πληθωρισμό (αυτόν που παρουσιάζουν οι στατιστικές). Ιστορικά, ο τρόπος μέτρησης έχει αλλάξει πολλές φορές. Στη δεκαετία του ’80, για παράδειγμα, αφαιρέθηκαν οι τιμές των κατοικιών από τον δείκτη πληθωρισμού, με το σκεπτικό ότι τα ακίνητα αποτελούν επενδυτικό προϊόν. Όμως, για τον απλό πολίτη, η στέγαση αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του.
Αν μετρούσαμε τον πληθωρισμό σήμερα με τις προδιαγραφές του 1970, ο πραγματικός δείκτης θα ήταν πολύ υψηλότερος. Ενώ οι κυβερνήσεις ισχυρίζονται ότι οι μισθοί συμβαδίζουν με την ακρίβεια, η πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες είναι μια αύξηση τιμών κατά 60% τα τελευταία χρόνια, με τους μισθούς να έχουν ακολουθήσει μόνο κατά 20-30%. Η αλλαγή στη μέθοδο μέτρησης πληθωρισμού θα εξυπηρετήσει τις κυβερνητικές ανάγκες, αλλά θα οδηγήσει σε απαξίωση των αποταμιεύσεων των απλών ανθρώπων, καθώς τα χρήματα στις τράπεζες θα χάνουν την αξία τους ταχύτατα.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως «σωτήρας» και η επενδυτική στρατηγική
Για να δικαιολογήσει τη διοχέτευση επιπλέον χρήματος στην οικονομία μέσω χαμηλών επιτοκίων, η Fed επικαλείται την «έκρηξη παραγωγικότητας» λόγω της τεχνητής νοημοσύνης (AI). Η λογική είναι η εξής: εφόσον η τεχνολογία θα αυξήσει κατακόρυφα την παραγωγή, τότε η έκδοση νέου χρήματος δεν θα προκαλέσει πληθωριστικές πιέσεις, καθώς θα αντισταθμιστεί από την επιπλέον αξία που θα παράγει το AI.

Οι πραγματικοί κερδισμένοι σε αυτό το σενάριο είναι δύο: το κράτος, που θα διαχειριστεί το χρέος του, και οι μεγάλες εταιρείες AI, που θα μπορούν να δανείζονται με χαμηλά επιτόκια για να κυριαρχήσουν στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Για τον ιδιώτη επενδυτή, το μήνυμα είναι σαφές: η διατήρηση χρημάτων σε έναν απλό αποταμιευτικό λογαριασμό ισοδυναμεί με σίγουρη απώλεια. Η μόνη διέξοδος για όποιον θέλει να προστατευτεί από τον επερχόμενο πληθωρισμό είναι η τοποθέτηση σε εταιρείες τεχνολογίας που βρίσκονται στην αιχμή της επανάστασης του AI. Η οικονομία αλλάζει, οι κανόνες αναγράφονται εκ νέου, και όσοι κατανοήσουν εγκαίρως αυτές τις ανακατατάξεις θα είναι εκείνοι που θα διασώσουν και θα πολλαπλασιάσουν το κεφάλαιό τους σε μια εποχή ραγδαίων εξελίξεων.
