Το δολάριο καταρρέει – Πώς η νομισματική ηγεμονία κατέστρεψε την αμερικανική βιομηχανία
Η ανάλυση του οικονομολόγου Στιβ Κιν για το πώς η επιβολή του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος διέλυσε την πραγματική οικονομία των ΗΠΑ, ενίσχυσε τους ανταγωνιστές και οδηγεί σε ένα χαοτικό τέλος εποχής.
Εάν χαθεί το δολάριο ως παγκόσμιο πρότυπο νομίσματος, οι συνέπειες θα είναι ανάλογες με την ήττα σε έναν μεγάλο παγκόσμιο πόλεμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια χώρα. Η Ουάσιγκτον απόλαυσε την προσωρινή, σχεδόν εθιστική «έκρηξη ζάχαρης» που προσφέρει η απόλυτη κυριαρχία του νομίσματός της στον πλανήτη. Τώρα, ωστόσο, καλείται να πληρώσει το μακροπρόθεσμο τίμημα –έναν ιδιότυπο νομισματικό «διαβήτη»– που σταδιακά της στερεί την πρωτοκαθεδρία έναντι των γεωπολιτικών της αντιπάλων.
Ο Στιβ Κιν, ο οικονομολόγος που προέβλεψε με ακρίβεια το κραχ του 2008, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο μια σκληρή αλήθεια που το αμερικανικό κατεστημένο αρνείται να αντικρίσει: Η παγκόσμια κυριαρχία του δολαρίου δεν έκανε την Αμερική ισχυρότερη. Αντιθέτως, αποψίλωσε τα εργοστάσιά της, φούσκωσε τεχνητά την αξία του νομίσματός της και έβαλε τη χώρα στην ίδια ακριβώς πορεία παρακμής που διέλυσε κάθε προηγούμενη αυτοκρατορία στην παγκόσμια ιστορία. Όταν αυτό το σύστημα καταρρεύσει, θα γίνουμε μάρτυρες μιας ραγδαίας βουτιάς της αξίας του δολαρίου, η οποία θα βάλει οριστικό τέλος στις ημέρες των φθηνών εισαγωγών για τους Αμερικανούς καταναλωτές.

Το ιστορικό λάθος του Μπρέτον Γουντς
Για να κατανοήσουμε την τρέχουσα παγκόσμια νομισματική αστάθεια, πρέπει να ανατρέξουμε στις ρίζες του μεταπολεμικού εμπορίου. Όπως κάθε δύναμη που αναδεικνύεται νικήτρια μετά από μια μεγάλη στρατιωτική σύγκρουση, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεώρησαν εαυτούς τους απόλυτους κυρίαρχους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη συνδιάσκεψη του Μπρέτον Γουντς το 1944, οι Αμερικανοί επέβαλαν το δολάριο ως το αποκλειστικό νόμισμα για το διεθνές εμπόριο.

Μέχρι τότε, ο ρόλος αυτός ανήκε στη βρετανική λίρα. Όμως ο πόλεμος είχε αποδυναμώσει δραματικά το Ηνωμένο Βασίλειο, καταστρέφοντας την επιρροή του στις αποικίες και εξαντλώντας τους πόρους του. Η επιστροφή στη λίρα ήταν αδύνατη. Η πρόταση, ωστόσο, που είχε καταθέσει ο διακεκριμένος Βρετανός οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς, δεν ήταν να αντικατασταθεί η λίρα από ένα άλλο εθνικό νόμισμα, αλλά να δημιουργηθεί μια ουδέτερη λογιστική μονάδα, αποκλειστικά για διεθνείς συναλλαγές, την οποία ονόμασε Bancor.
Σύμφωνα με το σχέδιο του Κέινς, εάν μια βρετανική εταιρεία ήθελε να αγοράσει αμερικανικά αγαθά, θα μετέτρεπε τις λίρες της σε Bancor μέσω μιας Διεθνούς Ένωσης Συμψηφισμού, και με αυτά θα αγόραζε τα αμερικανικά δολάρια για να ολοκληρώσει τη συναλλαγή. Όλα θα περνούσαν μέσα από ένα ουδέτερο σύστημα. Οι Αμερικανοί, ωστόσο, όντας απόλυτα κυρίαρχοι, απέρριψαν κάθε έννοια ουδετερότητας. Επέβαλαν το δολάριο. Έτσι, ακολουθώντας την πεπατημένη ιστορικών αυτοκρατοριών –όπως η Ισπανία με το δουβλόνι, η Ολλανδία με το φιορίνι και η Βρετανία με τη λίρα– το εθνικό τους νόμισμα έγινε το παγκόσμιο αυτοκρατορικό νόμισμα.
Το παράδοξο του υπερτιμημένου νομίσματος
Αυτή η φαινομενική νίκη ήταν η αρχή της αποβιομηχάνισης. Όταν το νόμισμα μιας χώρας χρησιμοποιείται για κάθε διεθνή συναλλαγή, δημιουργείται μια τεράστια, τεχνητή ζήτηση γι’ αυτό, ανεξάρτητη από τη ζήτηση για τα παραγόμενα αγαθά της. Ακόμα και όταν δύο τρίτες χώρες συναλλάσσονται μεταξύ τους, χρειάζονται δολάρια. Αυτή η διαρκής ζήτηση οδηγεί αναπόφευκτα στην υπερτίμηση του αυτοκρατορικού νομίσματος.

Εάν υποθέσουμε, ως γενικό κανόνα, ότι το δολάριο καθίσταται υπερτιμημένο κατά 50%, το αποτέλεσμα για την εγχώρια παραγωγή είναι καταστροφικό. Οποιαδήποτε χώρα-δορυφόρος, ή ανταγωνιστής, θελήσει να εξάγει τα ίδια ακριβώς προϊόντα στην αμερικανική αγορά, αποκτά αυτόματα ένα τεράστιο πλεονέκτημα κόστους. Σε βάθος χρόνου, ο εγχώριος μεταποιητικός τομέας καταρρέει, αδυνατώντας να ανταγωνιστεί τις εξωφρενικά φθηνές εισαγωγές.
Η ειρωνεία είναι πως για να γίνει κανείς αυτοκρατορία, πρέπει πρώτα να διαθέτει έναν πανίσχυρο κατασκευαστικό τομέα που να παράγει ανώτερο οπλισμό. Οι Βρετανοί κυριάρχησαν επειδή τα ναυπηγεία και τα κανόνια τους ξεπερνούσαν τους αντιπάλους τους. Η νίκη των Αμερικανών στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βασίστηκε στα πλοία Liberty και στην άνευ προηγουμένου ικανότητά τους να μετατρέψουν άμεσα την παραγωγή τους, χτίζοντας χιλιάδες τανκς και πλοία σε αλυσίδες παραγωγής. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ήταν η μόνη χώρα με τον βιομηχανικό της ιστό ανέπαφο.
Από την κυριαρχία στην αποβιομηχάνιση
Στέλνοντας, όμως, κομμάτια χαρτιού με αντάλλαγμα φυσικά αγαθά από όλο τον κόσμο, η Αμερική άρχισε να χάνει το βασικό της πλεονέκτημα. Στην αρχή, όλα φαίνονταν ιδανικά. Οι καταναλωτές απολάμβαναν φθηνά εισαγόμενα προϊόντα. Η Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία (MMT) άλλωστε, υποστηρίζει ότι οι εισαγωγές είναι όφελος και οι εξαγωγές κόστος. Το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα, ωστόσο, ήταν η βιομηχανική ατροφία του κέντρου και η κατακόρυφη άνοδος της παραγωγικής πολυπλοκότητας των «υποτελών» κρατών.
Το είδαμε στη δεκαετία του 1990 με την Ιαπωνία, όταν εταιρείες όπως η Toyota και η Honda κατέκλυσαν την αμερικανική αγορά με μικρά, φθηνά αυτοκίνητα σε μια κατηγορία που το Ντιτρόιτ σνόμπαρε. Αρχικά οι Αμερικανοί γελούσαν, θεωρώντας αυτά τα οχήματα αστεία, μέχρι που η ιαπωνική βιομηχανία παραλίγο να κυριαρχήσει πλήρως. Σήμερα, το ίδιο λάθος επαναλαμβάνεται, σε πολύ πιο επικίνδυνη κλίμακα, με την Κίνα. Οι Κινέζοι, διοικούμενοι σε μεγάλο βαθμό από μηχανικούς, εστίασαν στις τεράστιες ενεργειακές υποδομές και την παραγωγική ικανότητα. Η Αμερική πλέον αδυνατεί να ακολουθήσει τον ρυθμό της παραγωγής τους.
Από εκεί που το 1944 οι ΗΠΑ είχαν τεράστια εμπορικά πλεονάσματα –γεγονός που τις έκανε να απορρίψουν το σχέδιο Κέινς, το οποίο προέβλεπε κυρώσεις σε χώρες με υπερβολικά πλεονάσματα– σήμερα καταγράφουν ένα διαρκές, τεράστιο εμπορικό έλλειμμα, της τάξης του 3% έως 6% του ΑΕΠ ετησίως. Το ισχυρό δολάριο, στην πραγματικότητα, σημαίνει αδύναμη βιομηχανία.
Το αποτυχημένο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα
Αυτή η παρακμή έχει άμεσο αντίκτυπο στη γεωπολιτική ισχύ. Ο στρατηγός Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, αποχωρώντας από την προεδρία, είχε προειδοποιήσει τον αμερικανικό λαό για τους κινδύνους του στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος. Είχε διαβλέψει πώς η συμμαχία των στρατιωτικών με τις βιομηχανίες όπλων θα διέφθειρε τις προτεραιότητες του κράτους, μετατρέποντας τη δημιουργία χρήματος σε μέσο πλουτισμού για τους κατασκευαστές οπλικών συστημάτων.
Η προφητεία του επιβεβαιώθηκε με τον χειρότερο τρόπο. Τα όπλα που παράγει σήμερα το σύμπλεγμα είναι συχνά πανάκριβες βιτρίνες, εντυπωσιακά στα χαρτιά αλλά αναποτελεσματικά στα σύγχρονα πεδία μαχών. Η αμερικανική στρατιωτική μηχανή έχει καταστεί απίστευτα δαπανηρή και δυσκίνητη. Σε πρόσφατες συγκρούσεις και κρίσεις, όπως η τρέχουσα κατάσταση με το Ιράν ή προηγούμενες εμπλοκές, αποκαλύπτεται ότι ο πανάκριβος αμερικανικός εξοπλισμός δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει την πολύ φθηνότερη και πιο ευέλικτη τεχνολογία ασύμμετρου πολέμου. Οι ΗΠΑ έχουν ουσιαστικά αποτύχει να κερδίσουν καθαρά οποιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή τους από την εποχή του Πολέμου της Κορέας. Το σύστημα «στράγγιξε» την αμερικανική οικονομία για να κάνει τις αμυντικές βιομηχανίες πλουσιότερες, χωρίς να διατηρήσει τη στρατιωτική υπεροχή της χώρας.
Η εργαλειοποίηση του νομίσματος και το τέλος του SWIFT
Αντί να αντιμετωπίσουν τις δομικές αυτές αδυναμίες, οι Αμερικανοί ιθύνοντες αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το ίδιο το νομισματικό σύστημα ως όπλο. Ο αποκλεισμός χωρών, όπως το Ιράν ή η Ρωσία, από το σύστημα SWIFT –το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο πίσω από τις διεθνείς χρηματοοικονομικές μεταφορές– αποτέλεσε τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η εργαλειοποίηση των πληρωμών τρόμαξε την παγκόσμια κοινότητα, ωθώντας πολλές χώρες, ιδίως την ομάδα των BRICS, να αναζητήσουν επειγόντως εναλλακτικές διαδρομές.
Η στροφή προς τις διμερείς εμπορικές συμφωνίες, όπου οι χώρες ανταλλάσσουν αγαθά χρησιμοποιώντας τα δικά τους εθνικά νομίσματα παρακάμπτοντας το δολάριο, εντείνεται. Μόλις το διεθνές εμπόριο σταματήσει να απαιτεί δολάρια, ο αμερικανικός χρηματοπιστωτικός τομέας –ο μόνος πραγματικά ωφελημένος από αυτήν την εβδομηκονταετή ηγεμονία– θα δεχθεί συντριπτικό πλήγμα. Αφού πρώτα κατέστρεψαν τη βιομηχανία τους, οι ΗΠΑ βρίσκονται τώρα στα πρόθυρα να χάσουν και τη χρηματοπιστωτική τους υπεροχή.
Η επόμενη μέρα και ο κίνδυνος του χάους
Τι θα συμβεί όταν ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία; Η απάντηση είναι οδυνηρή για τις ΗΠΑ: το δολάριο θα υποτιμηθεί βίαια. Μια τέτοια εξέλιξη θα φέρει χαοτικές αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία, αλλά για τον μέσο Αμερικανό θα σημάνει την απότομη εισαγωγή υψηλού πληθωρισμού. Ο αμερικανικός λαός, που πλέον εξαρτάται από τις εισαγωγές περισσότερο από ποτέ, θα κληθεί να πληρώσει πολλαπλάσια για βασικά αγαθά. Και απέναντι σε αυτόν τον πληθωρισμό, ο οποίος θα οφείλεται στην υποτίμηση του νομίσματος και όχι στην αυξημένη εγχώρια ζήτηση, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) θα είναι απολύτως ανήμπορη, καθώς η αύξηση των επιτοκίων δεν θα μπορεί να διορθώσει το πρόβλημα.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι είδους νομισματικό σύστημα θα αναδυθεί στην απέναντι όχθη. Στο Μπρέτον Γουντς υπήρχε καλή θέληση, καθώς όλοι ήθελαν να αποφύγουν την επανάληψη του εφιάλτη της Μεγάλης Ύφεσης και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, τέτοια καλή θέληση δεν υπάρχει, και η χώρα που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την τρέχουσα παγκόσμια γεωπολιτική εμπλοκή είναι οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πλέον ορθολογική λύση θα ήταν να επιστρέψουμε στη σοφία του Κέινς: ένα διεθνές σύστημα εκκαθάρισης με μια ουδέτερη νομισματική μονάδα, αποκλειστικά για κρατικές συναλλαγές. Ένα σύστημα μηδενικού αθροίσματος, όπου τα τεράστια εμπορικά ελλείμματα και πλεονάσματα (όπως το 10% του ΑΕΠ που βλέπουμε σε ορισμένες χώρες σήμερα) θα τιμωρούνται συστηματικά για να αποτρέπεται η παγκόσμια ανισορροπία.
Δυστυχώς, η λογική σπάνια επικρατεί στην αρένα των διεθνών σχέσεων. Το πιθανότερο σενάριο, καθοδηγούμενο από εθνικούς εγωισμούς, είναι ότι άλλες αναδυόμενες δυνάμεις θα προσπαθήσουν να επιβάλουν το δικό τους νόμισμα στη θέση του αμερικανικού δολαρίου. Εάν συμβεί αυτό, ο κύκλος της ύβρεως και της αποβιομηχάνισης απλώς θα ξεκινήσει από την αρχή, αποτελώντας, όπως σημειώνει ο Κιν, ένα ανυπολόγιστο, μνημειώδες λάθος για ολόκληρο τον πλανήτη.

