Η ρητορική της αμερικανικής διοίκησης φαίνεται να προσεγγίζει πλέον τα όρια της στρατηγικής αποκοπής από την πραγματικότητα. Η ψευδαίσθηση ότι το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ είναι ζήτημα μερικών επιδέξιων χειρισμών, αρχίζει να θολώνει την κρίση στο εσωτερικό του Λευκού Οίκου, γεννώντας προτάσεις και ιδέες που στερούνται επιχειρησιακής συνοχής. Πέρα από τα σενάρια για μια πιθανή εισβολή στη νήσο Χαρκ, οι νεότερες πληροφορίες υποδεικνύουν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο μιας νέας, εξαιρετικά παράτολμης στρατιωτικής επιχείρησης. Ο στόχος; Η φυσική απόσπαση 1.000 λιβρών ουρανίου από το ιρανικό έδαφος.
Μια τέτοια αποστολή δεν αποτελεί απλώς προσπάθεια αποτροπής της πυρηνικής απειλής, αλλά επιδιώκει την πλήρη αποπυρηνικοποίηση μέσω χερσαίων δυνάμεων. Αυτό μεταφράζεται αναπόφευκτα στην ανάπτυξη χιλιάδων Αμερικανών στρατιωτών σε εχθρικό έδαφος, υπό καθεστώς σφοδρών πυρών. Τα εφοδιαστικά και επιχειρησιακά εμπόδια είναι ανυπέρβλητα: πώς ακριβώς διασφαλίζεται η ασφαλής μεταφορά ραδιενεργού υλικού εν μέσω εμπόλεμης ζώνης; Η πιθανότητα οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC) να έχουν ήδη μετακινήσει το υλικό ή να έχουν στήσει παγίδα, καθιστά το σχέδιο καταδικασμένο σε αποτυχία πριν καν ξεκινήσει.
Η Πλάνη του Μη Ανακτήσιμου Κόστους
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με το κλασικό σύνδρομο του “μη ανακτήσιμου κόστους” (sunk cost fallacy). Τα πυρομαχικά και οι πύραυλοι εξαντλούνται με ταχύτατους ρυθμούς. Σύμφωνα με αναφορές, κατά τον πρώτο μήνα των συγκρούσεων εκτοξεύτηκαν 850 πύραυλοι Tomahawk εναντίον του Ιράν. Αν αναλογιστεί κανείς ότι το Πεντάγωνο προμηθεύεται περίπου 90 τέτοιους πυραύλους ετησίως, προκύπτει ότι μέσα σε τέσσερις εβδομάδες καταναλώθηκε το απόθεμα εννέα ετών, χωρίς να έχει επιτευχθεί κανένας ουσιαστικός στρατηγικός στόχος. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά και οι αμερικανικές αγορές δέχονται απανωτά πλήγματα.
Στο οικονομικό επιτελείο, η ανησυχία προσπαθεί να καλυφθεί πίσω από αισιόδοξες δηλώσεις. Ο Σκοτ Μπέσεντ αναγνωρίζει την κρισιμότητα της θαλάσσιας οδού και υπόσχεται ότι οι ΗΠΑ θα ανακτήσουν τον έλεγχο, διασφαλίζοντας την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, είτε μέσω αμερικανικών είτε μέσω πολυεθνικών συνοδειών. Το ερώτημα όμως παραμένει: πώς θα υλοποιηθεί αυτό; Το αμερικανικό Ναυτικό διστάζει να εισέλθει στα Στενά. Μια συνοδεία δεν αρκεί για να καθησυχάσει τις αγορές, όταν τα πετρελαιοφόρα καλούνται να αποφύγουν ιρανικούς πυραύλους και drones, ενώ η εξασφάλιση ασφαλιστικής κάλυψης για τέτοια ταξίδια φαντάζει ουτοπική.
Το Ενεργειακό Ντόμινο και ο Πληθωρισμός
Το αφήγημα ότι οι ρωσικές και ιρανικές εξαγωγές δεν αποφέρουν οφέλη στη Μόσχα και την Τεχεράνη είναι, το λιγότερο, ελλιπές. Και οι δύο χώρες συνεχίζουν να αντλούν τεράστια έσοδα, τα οποία τροφοδοτούν τις πολεμικές τους μηχανές. Η άνοδος της τιμής του αργού πετρελαίου λειτουργεί υπέρ τους. Η αμερικανική πλευρά επιχειρεί να πείσει ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο, με τον Τζερόμ Πάουελ της Fed να καθησυχάζει για τις μακροπρόθεσμες προσδοκίες του πληθωρισμού. Ωστόσο, ο βραχυπρόθεσμος πληθωρισμός, ο οποίος ήδη πλήττει βασικά αγαθά, αναπόφευκτα θα μετακυλιστεί στο μέλλον εάν το Ορμούζ παραμείνει κλειστό.
Αν οι Χούθι κλείσουν την Ερυθρά Θάλασσα ή τα Στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, επιπλέον 6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως θα εξαφανιστούν από την αγορά, εντείνοντας το έλλειμμα που ήδη υπολογίζεται στα 10 με 12 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Η Κίνα ως Σιωπηλός Κυρίαρχος
Μέσα σε αυτό το γεωπολιτικό χάος, η Κίνα αναδεικνύεται ως ο απόλυτος κερδισμένος. Ενώ τα δυτικά πλοία παραμένουν εγκλωβισμένα ή δέχονται επιθέσεις (όπως το υπό μαλτέζικη σημαία Saffin Prestige), κινεζικά εμπορικά πλοία διασχίζουν τα Στενά του Ορμούζ κανονικά. Πλοία όπως το Indian Ocean και το Arctic Ocean, υπό σημαία Χονγκ Κονγκ, περνούν με ασφάλεια, υποδεικνύοντας σαφείς διμερείς συνεννοήσεις μεταξύ Πεκίνου και Τεχεράνης.
Η απομόνωση του Ιράν από το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα (SWIFT) το έστρεψε στην αγκαλιά του κινεζικού συστήματος CIPS. Το διμερές εμπόριο ανθεί, με το Ιράν να εξάγει το πετρέλαιό του, παρά τις κυρώσεις, σε τιμές σημαντικά αυξημένες, αξιοποιώντας κινεζικά δίκτυα πληρωμών. Ταυτόχρονα, το Πεκίνο ασκεί επικερδή “ενεργειακή διπλωματία”, προμηθεύοντας πετρέλαιο και διυλισμένα προϊόντα (όπως ντίζελ) σε παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία, όπως οι Φιλιππίνες και το Βιετνάμ, που μαστίζονται από ενεργειακές κρίσεις. Το μήνυμα είναι σαφές: οι αμερικανικές ενέργειες προκαλούν κρίση, ενώ η κινεζική παρέμβαση προσφέρει λύσεις.
Το Σοκ του Αλουμινίου
Η κρίση δεν περιορίζεται στην ενέργεια. Το αλουμίνιο κατέγραψε άνοδο 6% μετά τα χτυπήματα σε εγκαταστάσεις στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν. Κάθε χρόνο, 5 εκατομμύρια τόνοι αλουμινίου διέρχονται από το Ορμούζ. Με το 8% της παγκόσμιας παραγωγής να έχει εγκλωβιστεί, το κόστος παραγωγής για τα πάντα –από ηλεκτρικά οχήματα (EVs) και μικροτσίπ μέχρι κατασκευές και αεροσκάφη– εκτοξεύεται.
Εδώ, η Κίνα, η οποία ελέγχει ήδη το 60% της παγκόσμιας παραγωγής αλουμινίου, βλέπει το μερίδιό της να εκτινάσσεται εν δυνάμει στο 65% ή και παραπάνω. Το Πεκίνο βρίσκεται μπροστά σε ένα προσοδοφόρο δίλημμα: να περιορίσει τις εξαγωγές για να “στραγγαλίσει” ανταγωνιστικές οικονομίες όπως η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία, ή να πουλήσει με τεράστιο κέρδος, ενισχύοντας παράλληλα τους διπλωματικούς του δεσμούς; Όποια οδό κι αν επιλέξει, η Ουάσιγκτον της έχει προσφέρει απλόχερα τον έλεγχο των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων.
Ο Παράλογος Λογαριασμός
Εάν η στρατηγική μυωπία χρειαζόταν επιβεβαίωση, αυτή έρχεται μέσα από τη συζήτηση για το ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό της ανοικοδόμησης. Η αμερικανική διοίκηση αφήνει να εννοηθεί ότι οι σύμμαχοι του Κόλπου –Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ– θα πρέπει να επωμιστούν το κόστος. Πρόκειται για κράτη που επί δεκαετίες χρηματοδοτούν την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, αγοράζοντας οπλικά συστήματα δισεκατομμυρίων, στηρίζοντας το αμερικανικό χρέος και τιμολογώντας το πετρέλαιο σε δολάρια. Το να τους ζητηθεί να αποζημιώσουν για μια καταστροφή που δεν προκάλεσαν, ισοδυναμεί με διπλωματική αυτοκτονία.
Ο πόλεμος μπορεί να μαίνεται, αλλά η διπλωματική και στρατηγική ήττα για τις ΗΠΑ είναι ήδη ορατή. Χάνουν ταχύτατα τα ερείσματά τους στη Μέση Ανατολή και παγκοσμίως, την ώρα που η Κίνα, η Ρωσία και το μπλοκ των BRICS καταγράφουν μια κολοσσιαία νίκη, χωρίς να χρειαστεί να ρίξουν ούτε μία σφαίρα. Ίσως τελικά, η πραγματική “Τέχνη της Συμφωνίας” να γράφεται αυτή τη στιγμή, απλώς όχι στην Ουάσιγκτον.

