Όταν οι Αμερικανοί αναλυτές αρχίζουν να μιλούν για «απελπισία» στις αγορές και στα γεωπολιτικά επιτελεία, εμείς εδώ στην Ευρώπη –και ειδικότερα στην Ελλάδα– οφείλουμε να διαβάζουμε πίσω από τις γραμμές. Βρισκόμαστε σε ένα κομβικό σημείο όπου όλοι ελπίζουν σε μια εκεχειρία στη Μέση Ανατολή, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους: η Ασία «καίγεται» να σταματήσει η πετρελαϊκή κρίση, ενώ η Ουάσιγκτον φαίνεται να αγοράζει χρόνο.
Αυτή τη στιγμή, η αμερικανική οπτική εστιάζει σε δύο κυρίαρχα, αλλά αντικρουόμενα, αφηγήματα. Από τη μία, υπάρχει η διπλωματική πίεση μέσω ενός ειρηνευτικού σχεδίου 15 σημείων, το οποίο η Τεχεράνη έχει ήδη απορρίψει. Από την άλλη, καταγράφεται μια πρωτοφανής στρατιωτική συγκέντρωση στη Μέση Ανατολή, με χιλιάδες πεζοναύτες και αερομεταφερόμενες δυνάμεις να λαμβάνουν θέσεις. Αν το δεύτερο σενάριο –αυτό της προετοιμασίας για μια χερσαία επέμβαση– επιβεβαιωθεί, η παγκόσμια οικονομία δεν θα αντιμετωπίσει απλώς μια διόρθωση, αλλά ένα sell-off επικών διαστάσεων. Και το παράδοξο; Η Wall Street, αποκομμένη ίσως από την πραγματική οικονομία, δεν έχει προεξοφλήσει ακόμα αυτόν τον κίνδυνο, με τον S&P να καταγράφει μόλις μια ήπια πτώση της τάξης του 5%.
Το Σοκ στην Αντλία και η Επισιτιστική Απειλή
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της επερχόμενης θύελλας, αρκεί να κοιτάξουμε τι συμβαίνει στο εσωτερικό των ΗΠΑ, μιας χώρας που θεωρητικά είναι ενεργειακά αυτάρκης. Παρά την αποδέσμευση των στρατηγικών αποθεμάτων, οι τιμές των καυσίμων έχουν εκτοξευθεί. Η βενζίνη πήγε από τα 2,80 δολάρια στα 4 δολάρια το γαλόνι, ενώ το ντίζελ εκτινάχθηκε από τα 3,50 στα 5,40 δολάρια. Αυτή η βίαιη αύξηση της τάξης του 30% με 40% στο ενεργειακό κόστος δεν πλήττει μόνο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Διαλύει τη βιομηχανία, τη μεταποίηση και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Και εδώ μπαίνει ο παράγοντας που αφορά άμεσα το δικό μας τραπέζι: η διατροφική κρίση. Οι τιμές των λιπασμάτων στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί κατά 89%. Επιστρέφουμε ταχύτατα στα επίπεδα συναγερμού που είδαμε στην αρχή του πολέμου στην Ουκρανία. Όταν το κόστος παραγωγής για καλαμπόκι, σιτάρι και σόγια εκτοξεύεται, η μετακύλιση στον τελικό καταναλωτή είναι αναπόφευκτη. Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα θα είναι το επόμενο μεγάλο κύμα που θα σαρώσει και την ευρωπαϊκή αγορά.
Τα Σκοτεινά Παιχνίδια των Αγορών και η Εμμονή της «Νίκης»
Μέσα σε αυτό το χαοτικό σκηνικό, οι αναλυτές στις ΗΠΑ επισημαίνουν μια εξαιρετικά ανησυχητική τάση: ύποπτες κινήσεις στις αγορές παραγώγων. Ογκοδέστατα συμβόλαια αλλάζουν χέρια ακριβώς πριν ανακοινωθούν κρίσιμες γεωπολιτικές αποφάσεις, όπως η αναβολή χτυπημάτων στο Ιράν. Είτε μιλάμε για «διορατικούς» επενδυτές είτε για κλασικές περιπτώσεις insider trading, είναι σαφές ότι τεράστια κεφάλαια κερδίζονται στο περιθώριο αυτής της τραγωδίας, πέρα από τα προφανή κέρδη του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος.
Σε πολιτικό επίπεδο, η αμερικανική διοίκηση φαίνεται εγκλωβισμένη στην ανάγκη να παρουσιάσει μια νίκη. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι η προτεραιότητά του δεν είναι η βραχυπρόθεσμη σταθερότητα των αγορών, αλλά η γεωπολιτική επικράτηση. Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι μια υποχώρηση χωρίς ένα πανό «Mission Accomplished» θα κατακρήμνιζε την αμερικανική επιρροή στα κράτη του Κόλπου.
Οι Μεγάλοι Κερδισμένοι: Η Μόσχα Κάνει Ταμείο
Όσο η Δύση και οι σύμμαχοί της φθείρονται, ο μεγάλος κερδισμένος αυτής της συγκυρίας είναι η Ρωσία. Τα ρωσικά βαρέλια πετρελαίου γίνονται ανάρπαστα, βοηθούμενα μάλιστα και από αμερικανικές εξαιρέσεις στις κυρώσεις. Χώρες στενά συνδεδεμένες με τις ΗΠΑ, όπως οι Φιλιππίνες, αγοράζουν πλέον απεγνωσμένα ρωσικό αργό.
Τα νούμερα ζαλίζουν: Τα εβδομαδιαία έσοδα της Ρωσίας διπλασιάστηκαν σε μόλις 21 ημέρες, αγγίζοντας τα 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτά είναι πάνω από 100 εκατομμύρια επιπλέον την ημέρα μόνο από το πετρέλαιο. Σε αντίθεση με τις δυτικές οικονομίες που είναι υπερδανεισμένες, η Ρωσία χρησιμοποιεί αυτή τη ρευστότητα για να σταθεροποιήσει το ρούβλι και, εντυπωσιακά, να μειώσει τα επιτόκιά της στο 15%, την ώρα που η Δύση παλεύει με τον πληθωρισμό. Αυτός ο πλούτος μεταφράζεται επίσης σε ισχυρότερη υποστήριξη προς το Ιράν και διεύρυνση του εμπορίου με την Κίνα. Οι πραγματικές αλυσίδες εφοδιασμού και οι φυσικοί πόροι αποδεικνύονται πιο ισχυρά όπλα από το τυπωμένο χρήμα.
Το Μάθημα της Αυστραλίας: Μια Πρόγευση για την Ευρώπη
Για να δούμε πώς μοιάζει η κατάρρευση στην πράξη, αρκεί να κοιτάξουμε την Αυστραλία. Μια χώρα γεμάτη φυσικούς πόρους βρίσκεται αυτή τη στιγμή να βλέπει πάνω από 400 πρατήρια καυσίμων να στερεύουν από βενζίνη και ντίζελ. Δεν μιλάμε πλέον για ακρίβεια, αλλά για απόλυτη φυσική έλλειψη.
Το πρόβλημα; Η Αυστραλία εισάγει το 90% των διυλισμένων καυσίμων της από την Ασία, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής (Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία, Κατάρ), το οποίο περνά από τα –επικίνδυνα πλέον– Στενά του Ορμούζ. Με τα διυλιστήριά της να έχουν κλείσει τις τελευταίες δεκαετίες, η χώρα είναι έρμαιο των εφοδιαστικών αλυσίδων. Όταν ξεσπά πόλεμος, οι προμηθευτές είτε κηρύσσουν ανωτέρα βία, είτε εκτοξεύουν τις τιμές στα ύψη, με τους μεσάζοντες να θησαυρίζουν. Είναι ένα σκληρό μάθημα για το τι συμβαίνει όταν χάνεις την ενεργειακή σου αυτονομία – ένα μάθημα που η Ευρώπη γνωρίζει πλέον από πρώτο χέρι.
Η Απειλή της Ύφεσης και ο Εφιάλτης των 200 Δολαρίων
Η αμερικανική κυβέρνηση φέρεται να προετοιμάζεται για το ακραίο σενάριο: πετρέλαιο στα 200 δολάρια το βαρέλι. Ακόμη κι αν ο πόλεμος τελείωνε αύριο, οι δομικές ζημιές στο ενεργειακό σύστημα της Μέσης Ανατολής (που πλήττουν όχι μόνο το Ιράν αλλά και το LNG του Κατάρ) θα μπορούσαν να κρατήσουν τις τιμές στα ύψη για χρόνια.
Στα 200 δολάρια το βαρέλι, η εξίσωση δεν βγαίνει. Μπαίνουμε σε φάση «καταστροφής της ζήτησης» (demand destruction). Ο κόσμος απλώς δεν θα έχει χρήματα να καταναλώσει, οδηγώντας τον πλανήτη σε μια σκληρή, βίαιη ύφεση. Ο κίνδυνος για την αμερικανική, αλλά και την ευρωπαϊκή οικονομία, είναι υπαρξιακός. Οι αγορές δεν έχουν ξαναδεί ταυτόχρονα εκρηκτικό πληθωρισμό, επιβράδυνση της ανάπτυξης και έναν θερμό πόλεμο στη Μέση Ανατολή με άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ.
Οι όροι που θέτει το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων –πολεμικές αποζημιώσεις και έλεγχος των Στενών του Ορμούζ– ισοδυναμούν με αμερικανική στρατηγική παράδοση. Εφόσον οι ΗΠΑ δεν μπορούν να τους δεχτούν, η σύγκρουση φαίνεται να έχει δρόμο ακόμα. Η ερώτηση δεν είναι πλέον αν θα έχουμε οικονομικές απώλειες, αλλά το πόσο βαθιά θα είναι η ύφεση που βρίσκεται ήδη προ των πυλών μας.

