Νέο κύμα πωλήσεων αμερικανικών ομολόγων: H κρίση στον Κόλπο επιστρέφει χωρίς «μαξιλάρι»

Η κατάρρευση της εκεχειρίας στον Κόλπο και η επιστροφή των επιθέσεων στον Ορμούζ αναζωπυρώνουν τον κίνδυνο νέου γύρου μαζικών πωλήσεων αμερικανικού χρέους από χώρες που χρειάζονται επειγόντως δολάρια για να πληρώσουν την ενέργεια

Νέο κύμα πωλήσεων αμερικανικών ομολόγων: H κρίση στον Κόλπο επιστρέφει χωρίς «μαξιλάρι»

Μέσα σε έναν μόνο μήνα, μια ομάδα χωρών πούλησε αμερικανικό κρατικό χρέος αξίας 86 δισεκατομμυρίων δολαρίων — τον μεγαλύτερο όγκο πωλήσεων που έχει καταγράψει η αγορά ομολόγων από το 2011. Το παράδοξο είναι ότι το γεγονός πέρασε σχεδόν στο ντούκου από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, ενώ όταν τα επίσημα στοιχεία το επιβεβαίωσαν, το κύμα πωλήσεων ήταν ήδη τριών μηνών.

σχετικά άρθρα

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν ήταν το μέγεθος αλλά η ταυτότητα των πωλητών: επρόκειτο για μερικούς από τους πιο σταθερούς αγοραστές αμερικανικού χρέους διεθνώς, οι οποίοι πωλούσαν για τον πιο απλό λόγο —χρειάζονταν μετρητά.

Η πρώτη φάση αυτής της πίεσης «σβήστηκε» προσωρινά χάρη σε μια εκεχειρία στον Κόλπο, η οποία έδωσε στο σύστημα περίπου έξι εβδομάδες ανάσας. Αυτή η εκεχειρία, όμως, έχει πλέον καταρρεύσει πλήρως. Η τιμή του πετρελαίου ξαναβρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, καταγράφονται και πάλι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια στο στενό του Ορμούζ, και όλα δείχνουν πως ένας δεύτερος, πιο επικίνδυνος γύρος πίεσης στην αγορά ομολόγων μόλις ξεκινά. Η διαφορά αυτή τη φορά είναι ότι όσα «μαξιλάρια» απορρόφησαν το πρώτο σοκ έχουν πλέον εξαντληθεί.

Η σύντομη ανάπαυλα και η κατάρρευσή της

Στα μέσα Ιουνίου, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη είχαν καταλήξει σε μια κατ’ αρχήν κατανόηση που επέτρεψε στη ναυσιπλοΐα μέσα από το στενό του Ορμούζ να ανακάμψει. Το πετρέλαιο τύπου Brent υποχώρησε σε μέσο όρο περίπου 85 δολάρια το βαρέλι, από ανοιξιάτικο υψηλό που είχε αγγίξει τα 105 δολάρια. Οι χώρες που είχαν αναγκαστεί να αδειάσουν τα αποθέματά τους βρήκαν επιτέλους την ευκαιρία να τα ξαναχτίσουν. Η Τουρκία, που είχε πληγεί περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, εκμεταλλεύτηκε την ηρεμία για να αγοράσει πίσω περίπου 36 τόνους χρυσού που είχε αναγκαστεί να πουλήσει νωρίτερα.

Αγορές πετρελαίου: Υποχώρησε το Brent κάτω από τα επίπεδα της 27ης Φεβρουαρίου

Τον Ιούλιο, όμως, η συμφωνία κατέρρευσε. Οι επιθέσεις και από τις δύο πλευρές έγιναν καθημερινό φαινόμενο, με στοχοποίηση εμπορικών πλοίων και επαναφορά ναυτικού αποκλεισμού γύρω από ιρανικά λιμάνια. Το πετρέλαιο επέστρεψε σε επίπεδα που θεωρούνται δύσκολα βιώσιμα για πολλές οικονομίες. Οι αγορές, προς το παρόν, αντιμετωπίζουν την εξέλιξη σαν μια απλή επανάληψη της άνοιξης — δυσάρεστη, αλλά διαχειρίσιμη. Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, φαίνεται να αγνοεί ένα κρίσιμο στοιχείο: τα αποθέματα ασφαλείας που βοήθησαν τον πρώτο γύρο να περάσει πιο ήπια δεν υπάρχουν πλέον στον ίδιο βαθμό.

Πώς ο υψηλός λογαριασμός καυσίμων γίνεται κρίση ομολόγων

Ο μηχανισμός είναι σχετικά απλός. Όταν μια κυβέρνηση εισάγει καύσιμα, πληρώνει σε δολάρια. Αν η τιμή του πετρελαίου αυξηθεί απότομα, ο λογαριασμός σε δολάρια διογκώνεται, ενώ τα έσοδα της χώρας παραμένουν σταθερά. Το κενό αυτό πρέπει να καλυφθεί μέσα σε εβδομάδες, όχι μήνες, καθώς η έλλειψη καυσίμων μπορεί να αποσταθεροποιήσει μια κυβέρνηση ταχύτερα από σχεδόν οτιδήποτε άλλο.

Σε κλοιό πιέσεων η αγορά ομολόγων | ΣΚΑΪ

Το πιο άμεσα ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο που διαθέτουν τα υπουργεία οικονομικών είναι συνήθως τα αποθέματα σε αμερικανικά ομόλογα. Μία χώρα που πουλά δεν αλλάζει τίποτα ουσιαστικό στην αγορά. Δεκάδες χώρες, όμως, που πωλούν μέσα στο ίδιο τρίμηνο για τον ίδιο ακριβώς λόγο, αλλάζουν τον χαρακτήρα ολόκληρης της αγοράς. Οι μαζικές πωλήσεις πιέζουν τις τιμές των ομολόγων προς τα κάτω, κάτι που ισοδυναμεί με άνοδο των αποδόσεών τους — δηλαδή αύξηση του κόστους δανεισμού για την αμερικανική κυβέρνηση, ακριβώς τη στιγμή που το χρέος της βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Το φαινόμενο τείνει να αυτοτροφοδοτείται: κάθε νέα πτώση κάνει τους υπόλοιπους κατόχους ομολόγων πιο νευρικούς μήπως μείνουν τελευταίοι στην έξοδο, γεγονός που από μόνο του πυροδοτεί νέες πωλήσεις.

Οι πιο ευάλωτες οικονομίες

Η πίεση αυτή πλήττει κυρίως μια συγκεκριμένη κατηγορία χωρών: αναδυόμενες αγορές με μεγάλη ενεργειακή εξάρτηση από εισαγωγές, όπως η Ινδία, η Ινδονησία, η Αίγυπτος, το Πακιστάν, οι Φιλιππίνες και η Τουρκία, οι οποίες διατηρούν σημαντικό μέρος των συναλλαγματικών τους αποθεμάτων σε αμερικανικά ομόλογα.

Η Τουρκία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η διαδικασία. Μεταξύ Φεβρουαρίου και τέλους Μαρτίου φέτος, η τουρκική κεντρική τράπεζα μείωσε τα αποθέματά της σε αμερικανικά ομόλογα από περίπου 16 δισεκατομμύρια δολάρια σε κάτω από 2 δισεκατομμύρια. Όταν εξαντλήθηκε αυτό το «απόθεμα», στράφηκε στον χρυσό, πουλώντας περίπου 60 τόνους μέσα σε μόλις 14 ημέρες, ώστε να εξασφαλίσει ρευστότητα σε δολάρια για την αγορά καυσίμων. Πρόκειται για ένα μέλος του ΝΑΤΟ που αναγκάστηκε να ξεφορτωθεί χρυσό αποθεματικό απλώς για να διατηρήσει τη ροή καυσίμων στην οικονομία του.

Το προηγούμενο του Πακιστάν

Ένα ακόμη πιο ακραίο παράδειγμα προσφέρει το Πακιστάν την περίοδο 2022-2023. Μια χώρα σχεδόν 250 εκατομμυρίων κατοίκων είδε τα συναλλαγματικά της αποθέματα να μειώνονται σε επίπεδα που κάλυπταν μόλις τρεις εβδομάδες εισαγωγών. Ακολούθησε μερισμός βενζίνης, πρόωρο κλείσιμο αγορών για εξοικονόμηση ενέργειας, πολύωρες διακοπές ρεύματος και αναστολή λειτουργίας εργοστασίων λόγω αδυναμίας εισαγωγής πρώτων υλών. Μόνο ένα έκτακτο πρόγραμμα του ΔΝΤ απέτρεψε τελικά την πλήρη χρεοκοπία της χώρας.

Το δίδαγμα από τέτοια επεισόδια είναι ότι τα αποθέματα μιας χώρας φαίνονται επαρκή μέχρι την τελευταία στιγμή, καθώς μια κρίση τα καταναλώνει με ρυθμό που σπάνια έχει προβλεφθεί από τους αρμόδιους.

Τρία «μαξιλάρια» που έχουν πλέον εξαντληθεί

Ο πρώτος γύρος της κρίσης, από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τον Μάιο, αμβλύνθηκε χάρη σε τρεις παράγοντες: πρώτον, την έντονη ανάλωση των εμπορικών αποθεμάτων πετρελαίου παγκοσμίως· δεύτερον, την απελευθέρωση του στρατηγικού αποθέματος πετρελαίου των ΗΠΑ με τον ταχύτερο ρυθμό που έχει καταγραφεί ποτέ, κάτι που συγκράτησε τεχνητά τη διεθνή τιμή· και τρίτον, τα ακόμη υπαρκτά τότε αποθέματα ομολόγων των πιο εκτεθειμένων χωρών.

Και οι τρεις αυτοί παράγοντες έχουν πλέον εξαντληθεί σε μεγάλο βαθμό. Τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου πλησιάζουν πρωτόγνωρα χαμηλά επίπεδα, ενώ το αμερικανικό στρατηγικό απόθεμα βρίσκεται σε επίπεδα αντίστοιχα με τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Αν τα αποθέματα αυτά εξαντληθούν πλήρως, δεν αποκλείεται η τιμή του πετρελαίου να εκτιναχθεί στα 150-160 δολάρια το βαρέλι, εφόσον η κρίση στον Κόλπο δεν αποκλιμακωθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι όλα όσα περιγράφηκαν παραπάνω —τα 86 δισεκατομμύρια δολάρια σε πωλήσεις, ο χρυσός της Τουρκίας, η κρίση του Πακιστάν— συνέβησαν με τιμές πετρελαίου μεταξύ 70 και 100 δολαρίων. Ένα ενδεχόμενο άλμα πάνω από τα 150 δολάρια θα λειτουργούσε σε τελείως διαφορετική κλίμακα.

Πετρέλαιο: Η χώρα που παράγει αυτή τη στιγμή περισσότερο πετρέλαιο «από οποιαδήποτε άλλη στην ιστορία»

Το «κορεσμένο έδαφος» και ο κίνδυνος για τις αποδόσεις

Μια χρήσιμη αναλογία είναι αυτή των διαδοχικών καταιγίδων: όταν η πρώτη μεγάλη βροχόπτωση πέφτει, το έδαφος και οι δεξαμενές απορροφούν το νερό και τα ποτάμια παραμένουν εντός των οχθών τους. Όταν, όμως, η δεύτερη καταιγίδα φτάσει λίγες εβδομάδες αργότερα —χωρίς να είναι απαραίτητα ισχυρότερη από την πρώτη— ολόκληρη η κοιλάδα μπορεί να πλημμυρίσει, επειδή το έδαφος είναι ήδη κορεσμένο.

Με αυτή τη λογική, η ανοιξιάτικη κρίση λειτούργησε σαν την πρώτη καταιγίδα, την οποία απορρόφησε ένα σύστημα που διέθετε ακόμη περιθώρια. Η σημερινή αντιπαράθεση στον Κόλπο μοιάζει με τη δεύτερη καταιγίδα, φτάνοντας όμως πάνω σε ένα ήδη κορεσμένο έδαφος —με εξαντλημένα αποθέματα, εξαντλημένο στρατηγικό απόθεμα και ευάλωτες χώρες που έχουν ήδη ξεπουλήσει τα πιο εύκολα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά τους στοιχεία.

Το κρίσιμο μέγεθος που συνδέει όλα αυτά με την καθημερινότητα είναι η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου. Μια παρατεταμένη πίεση πωλήσεων από το εξωτερικό θα μπορούσε να σπρώξει την απόδοση προς την περιοχή του 5%. Σε τέτοια επίπεδα, το κόστος εξυπηρέτησης του αμερικανικού χρέους αρχίζει να αυτοτροφοδοτείται, με νέο δανεισμό να χρησιμοποιείται για την πληρωμή τόκων παλαιότερου χρέους. Σε ανάλογες περιπτώσεις στο παρελθόν, οι κυβερνήσεις έχουν σχεδόν πάντα επιλέξει τη δημιουργία νέας ρευστότητας για να συγκρατήσουν τις αποδόσεις, μια επιλογή που όμως μεταφράζεται τελικά σε αυξημένο πληθωρισμό για όσους κρατούν το νόμισμα.

Η ανοιξιάτικη κρίση αποτέλεσε μια πρώτη προειδοποίηση, την οποία η εξαεβδομάδιαία εκεχειρία βοήθησε τις αγορές να ξεχάσουν γρήγορα. Η δεύτερη «καταιγίδα», όμως, σχηματίζεται τώρα πάνω σε ένα έδαφος που έχει ήδη απορροφήσει ό,τι μπορούσε. Αν κλιμακωθεί περαιτέρω, οι επιπτώσεις στις αγορές ομολόγων, στο πετρέλαιο και τελικά στον πληθωρισμό ενδέχεται να είναι πιο δύσκολο να αγνοηθούν από την πρώτη φορά.