Το δολάριο υπό πίεση: Ιαπωνία και Κίνα εγκαταλείπουν τα αμερικανικά ομόλογα
Η Fed ετοιμάζεται για αυξήσεις επιτοκίων, το γεν καταρρέει και η Κίνα θησαυρίζει σε χρυσό, ενώ ο πόλεμος με το Ιράν βαθαίνει την κρίση εμπιστοσύνης στο αμερικανικό νόμισμα.
Το 2026 φέρνει κάτι ασυνήθιστο για το αμερικανικό δολάριο. Παραδοσιακά, ένας πόλεμος —όπως αυτός που εξελίσσεται αυτή τη στιγμή με το Ιράν— θα οδηγούσε σε ισχυρή ανατίμηση του δολαρίου, καθώς οι επενδυτές θα έσπευδαν στην ασφάλεια του αμερικανικού νομίσματος. Αυτή τη φορά όμως κάτι έχει αλλάξει. Το δολάριο παραμένει αδύναμο, σαφώς κάτω από τα υψηλά του 2025, παρά την κλιμάκωση της σύγκρουσης και το ενδεχόμενο αύξησης επιτοκίων.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία. Πολλοί αναλυτές την ερμηνεύουν ως ένδειξη ότι το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα αρχίζει να χάνει την εμπιστοσύνη του στο δολάριο ως το απόλυτο «ασφαλές καταφύγιο» — μια συνήθεια δεκαετιών που φαίνεται να ραγίζει. Οι επενδυτές διεθνώς προετοιμάζονται για σοβαρές ανακατατάξεις, ενώ η επιμονή της αμερικανικής κυβέρνησης σε μια σκληρή στάση απέναντι στο Ιράν θεωρείται παράγοντας που μπορεί να πλήξει εκ νέου, και ίσως πιο βίαια αυτή τη φορά, την αγορά ομολόγων των ΗΠΑ.
Η Fed χωρίς πυξίδα και οι πιθανότητες αύξησης επιτοκίων
Σύμφωνα με εκτιμήσεις αγοράς, υπάρχει περίπου 40% πιθανότητα η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) να προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων, ενδεχομένως χωρίς καμία προειδοποίηση. Η κλασική «forward guidance», δηλαδή η πρακτική της Fed να προετοιμάζει τις αγορές για τις επόμενες κινήσεις της, φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί εντελώς, αφήνοντας τους επενδυτές σε αβεβαιότητα για το πότε θα «πέσει το τσεκούρι».
Ο λόγος πίσω από αυτή την πίεση είναι η επίμονη πληθωριστική τάση, η οποία, σύμφωνα με στελέχη της Fed όπως ο Kevin Walsh, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη νομισματική πολιτική και όχι απλώς σε εξωτερικούς παράγοντες. Ο πληθωρισμός έχει ξεπεράσει τον στόχο του 2% για πάνω από 60 συνεχόμενους μήνες, κάτι που πιέζει τη Fed να δράσει αποφασιστικά.

Παράλληλα, η αμερικανική διπλωματική στάση απέναντι στο Ιράν παραμένει σκληρή. Ο αντιπρόεδρος JD Vance επανέλαβε πρόσφατα ότι η προσφορά προς την Τεχεράνη είναι απλή: εγκατάλειψη κάθε πυρηνικής φιλοδοξίας με αντάλλαγμα οικονομική ευημερία και ένταξη στη διεθνή οικονομία. Ωστόσο, όσο η σύγκρουση συνεχίζεται χωρίς συμβιβασμό, τόσο μεγαλώνει η πιθανότητα νέων αυξήσεων επιτοκίων, με πολλούς αναλυτές να εκτιμούν ότι μέχρι τον Απρίλιο του 2027 μια τέτοια αύξηση θα είναι σχεδόν βέβαιη.
Το μαθηματικό πρόβλημα των ομολόγων
Η αύξηση επιτοκίων δεν είναι ανώδυνη επιλογή. Όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν, η αξία των υφιστάμενων ομολόγων καταρρέει. Οι υπολογισμοί είναι ξεκάθαροι: μια αύξηση 1% μπορεί να ρίξει την αξία ενός δεκαετούς ομολόγου κατά 9%, ενώ μια μεγαλύτερη αύξηση θα μπορούσε να προκαλέσει πτώση έως και 18%. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια του ομολόγου, τόσο πιο καταστροφική είναι η επίπτωση — ακόμη και μια μικρή αύξηση 0,25 ποσοστιαίων μονάδων θα μπορούσε να ρίξει την αξία ενός τριαντάχρονου ομολόγου κατά 5-6%.
Το ειρωνικό στοιχείο είναι ότι οι κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως κατέχουν κυρίως ομόλογα μεγάλης διάρκειας —δεκαετή, εικοσαετή, τριαντάχρονα— και θα είναι ακριβώς αυτές που θα πληγούν περισσότερο από μια ενδεχόμενη αύξηση επιτοκίων στις ΗΠΑ.
Η Ιαπωνία στο επίκεντρο της κρίσης
Ανάμεσα στις χώρες που βρίσκονται υπό τη μεγαλύτερη πίεση είναι η Ιαπωνία. Το γιεν έχει υποχωρήσει σε επίπεδα 40ετίας, πλησιάζοντας τα 164 γιεν ανά δολάριο, αυξάνοντας δραματικά το κόστος ενέργειας και εισαγωγών για τη χώρα. Για να στηρίξει το νόμισμά της, το Τόκιο έχει προχωρήσει σε εκτεταμένες πωλήσεις αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων: 47 δισεκατομμύρια δολάρια σε ομόλογα τον Μάρτιο, 73 δισεκατομμύρια σε συνάλλαγμα τον Μάιο, ενώ το 2024 είχε ήδη ξοδέψει 100 δισεκατομμύρια δολάρια για την υπεράσπιση του γιεν. Οι συνολικές απώλειες σε αμερικανικά ομόλογα τον Μάιο έφτασαν τα 66,8 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η κατάσταση αυτή απειλεί ευθέως τα φιλόδοξα σχέδια δαπανών της πρωθυπουργού της χώρας, ύψους 2,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων για την επόμενη δεκαετία και πλέον — ποσό που, στην τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία, ισοδυναμεί με 375 τρισεκατομμύρια γιεν, αλλά θα μπορούσε να εκτιναχθεί στα 400 ή ακόμη και 500 τρισεκατομμύρια αν η υποτίμηση συνεχιστεί. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η Ιαπωνία σχεδιάζει την αγορά περισσότερων από 27.000 τσιπ Nvidia Rubin για την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης, μια επένδυση τιμολογημένη σε δολάρια που γίνεται ολοένα πιο δαπανηρή όσο το γιεν αποδυναμώνεται.
Παράλληλα, με το δημόσιο χρέος της χώρας να κυμαίνεται μεταξύ 200% και 250% του ΑΕΠ, μια αύξηση των εγχώριων επιτοκίων θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη για την ίδια την ιαπωνική αγορά ομολόγων. Αυτό αφήνει στην κυβέρνηση ελάχιστα περιθώρια ελιγμών, πέρα από τη συνεχή διάθεση συναλλαγματικών αποθεμάτων — μια πολιτική που βαραίνει ήδη την εικόνα της πρωθυπουργού, της οποίας τα ποσοστά αποδοχής έχουν υποχωρήσει λόγω του επίμονου πληθωρισμού.
Η Ευρώπη δεν μένει ανεπηρέαστη
Η πίεση δεν περιορίζεται στην Ασία. Στη Γαλλία, η απόδοση του τριαντάχρονου ομολόγου έχει ανέλθει στο υψηλότερο επίπεδο από την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, ξεπερνώντας το 4,7%. Με τη γαλλική κυβέρνηση να κατέχει 390 δισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικά ομόλογα, δεν αποκλείεται και το Παρίσι να αναγκαστεί σε ρευστοποιήσεις αν οι συνθήκες επιδεινωθούν περαιτέρω.
Το βαθύτερο πρόβλημα που αναδεικνύεται είναι δομικό: όταν οι χώρες χρειάζονται κεφάλαια για να στηρίξουν τις οικονομίες τους, καταφεύγουν στην πώληση αμερικανικών ομολόγων — ακριβώς επειδή αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης ενός αποθεματικού. Το φαινόμενο αυτό όμως, όταν συμβαίνει ταυτόχρονα σε πολλές χώρες, αποδυναμώνει περαιτέρω το ίδιο το σύστημα που υποτίθεται πως προστατεύει.
Η Κίνα στρέφεται αποφασιστικά στον χρυσό
Ίσως η πιο στρατηγική κίνηση προέρχεται από την Κίνα. Το Πεκίνο έχει μειώσει τα αποθέματά του σε αμερικανικά ομόλογα στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 5,3% των συνολικών συναλλαγματικών αποθεμάτων το 2025, στρέφοντας παράλληλα την προσοχή του αποκλειστικά στον φυσικό χρυσό. Μόνο τον Ιούνιο η Κίνα αγόρασε 173 τόνους χρυσού, ανεβάζοντας το σύνολο του πρώτου εξαμήνου του 2026 στους 860 τόνους — ποσότητα που αντιστοιχεί στο 60% της παγκόσμιας παραγωγής χρυσού εκτός Κίνας για τον συγκεκριμένο μήνα.
Η στρατηγική αυτή φαίνεται να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο: τη σταδιακή απεξάρτηση του διεθνούς εμπορίου από το δολάριο και την ενίσχυση του ρόλου του χρυσού —και ενδεχομένως του γουάν— ως εναλλακτικών αποθεματικών αξιών. Ενδεικτικό της κατεύθυνσης αυτής είναι και η πρόσφατη απόφαση του Πεκίνου να απαγορεύσει το εμπόριο «χάρτινου» χρυσού, δίνοντας έμφαση αποκλειστικά στον φυσικό χρυσό.
Ο παράγοντας των κυρώσεων επιτείνει αυτή την τάση. Με τις ΗΠΑ και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να εξετάζουν πιθανές κυρώσεις εναντίον κινεζικών εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης λόγω κατηγοριών για κλοπή τεχνολογίας, αλλά και με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών να έχει ήδη προχωρήσει σε δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων —όπως ψηφιακών πορτοφολιών συνδεδεμένων με ιρανικά συμφέροντα— ο φυσικός χρυσός αποκτά ένα επιπλέον πλεονέκτημα: δεν μπορεί να «παγώσει» ή να κατασχεθεί εξ αποστάσεως.
Τι σηματοδοτεί η στροφή αυτή
Το σύνολο αυτών των εξελίξεων —η αδυναμία του δολαρίου παρά τον πόλεμο, οι πωλήσεις ομολόγων από Ιαπωνία και Κίνα, η πίεση στην ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων και η στροφή του Πεκίνου στον χρυσό— συνθέτουν μια εικόνα όπου το παραδοσιακό μοντέλο του δολαρίου ως αδιαμφισβήτητου παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος δοκιμάζεται σοβαρά. Το αν πρόκειται για μια παροδική αναταραχή ή για την αρχή μιας βαθύτερης αναδιάταξης του διεθνούς νομισματικού συστήματος, παραμένει ανοιχτό ερώτημα που θα απαντηθεί στους επόμενους μήνες, ανάλογα με την πορεία της Fed, την εξέλιξη του πολέμου με το Ιράν και τις κινήσεις των μεγάλων κεντρικών τραπεζών.

