Η κατάσταση στη Δύση κάθε άλλο παρά ευοίωνη φαντάζει. Από το 2022, οι παραδοσιακές ισορροπίες έχουν γίνει παρανάλωμα του πυρός, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να κινείται με ταχύτητα φωτός προς μια πολυεπίπεδη κρίση. Στο τραπέζι βρίσκεται πλέον ένα γιγαντιαίο πακέτο δαπανών ύψους 1,8 τρισεκατομμυρίων ευρώ για την επόμενη επταετία. Η Ευρώπη προσπαθεί να βγάλει το «δημοσιονομικό μπαζούκα» για να παραμείνει ανταγωνιστική, όμως το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: Ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό;
Ως συνήθως, η Γερμανία αναμένεται να είναι το εξιλαστήριο θύμα. Ωστόσο, αυτή η δυσμενής θέση θα είχε αποφευχθεί αν η Ευρώπη δεν είχε προσδεθεί τόσο στενά στο άρμα της αμερικανικής οικονομίας, αποκόπτοντας ταυτόχρονα την πρόσβαση στη φθηνή ρωσική ενέργεια. Με τον πόλεμο στο Ιράν να μαίνεται, η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο πληθωριστικό εφιάλτη. Ακόμη και η ΕΚΤ παραδέχεται το μέγεθος του προβλήματος, με το εφιαλτικό σενάριο να θέλει τον πληθωρισμό να αγγίζει το 6,3%, γεγονός που θα ανάγκαζε σε βίαιη αύξηση επιτοκίων, διαλύοντας οριστικά την ευρωπαϊκή οικονομία.
Ο ενεργειακός αυτοχειριασμός και η κινεζική «τανάλια»
Η λογική θα επέβαλε την επιστροφή στο ρωσικό φυσικό αέριο για την τροφοδοσία των βιομηχανιών από τη Γερμανία έως την Ιταλία. Αντίθετα, η ΕΕ επιλέγει να «διπλασιάσει» το ποντάρισμά της στην αποτυχία, εκδίδοντας το 20ό πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, το οποίο πλέον στοχοποιεί και κινεζικές εταιρείες. Το Πεκίνο, φυσικά, δεν μένει αμέτοχο. Οι προειδοποιήσεις για αντίποινα είναι σαφείς, και η Ευρώπη θα έπρεπε να ακούει, καθώς η Κίνα κρατά όλα τα καλά χαρτιά.
Η ΕΕ έχει ήδη ξοδέψει επιπλέον 32 δισεκατομμύρια δολάρια για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων λόγω της σύγκρουσης στο Ιράν, χρήματα που ουσιαστικά δεν διαθέτει. Την ίδια στιγμή, το Πεκίνο απολαμβάνει ρωσικό αέριο σε τιμές έως και 38% χαμηλότερες από τις ευρωπαϊκές. Αυτό το τεράστιο πλεονέκτημα κόστους καθιστά την κινεζική βιομηχανία —από τα λιπάσματα μέχρι τα ημιαγωγούς— ανίκητη. Η προσπάθεια της Ευρώπης να περιορίσει τις κινεζικές εξαγωγές μέσω του νόμου “Made in Europe” μοιάζει με αυτοσχέδιο επίδεσμο σε μια ανοιχτή πληγή, καθώς οι ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού είναι ήδη διαλυμένες.

Scott Bessent: Επικίνδυνες αλχημείες για τη σωτηρία του δολαρίου
Ενώ η Ευρώπη παλεύει με την ενέργεια, στην Ουάσιγκτον επικρατεί πανικός. Το σύστημα του δολαρίου αρχίζει να εμφανίζει ρωγμές, και ο αναζητά απεγνωσμένα τρόπους να συγκρατήσει την κατάρρευση. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: οι ξένοι επενδυτές εγκαταλείπουν τα αμερικανικά ομόλογα, προτιμώντας τον χρυσό, η αξία του οποίου σημειώνει συνεχή άνοδο καθώς η εμπιστοσύνη στο δολάριο κλονίζεται.
Ο Bessent προτείνει τώρα μια σειρά από ριψοκίνδυνα σχέδια, από τη χαλάρωση των τραπεζικών κανονισμών ώστε οι τράπεζες να αγοράζουν περισσότερα ομόλογα, μέχρι τη χρήση των stablecoins ως εγγύηση για το δημόσιο χρέος. Το πιο πρόσφατο και επικίνδυνο «τέχνασμα» είναι η επέκταση των swap lines (γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων) προς τις χώρες του Κόλπου και την Ασία. Ο φόβος είναι ξεκάθαρος: Αν τα κράτη του Κόλπου αρχίσουν να ρευστοποιούν τα αμερικανικά περιουσιακά τους στοιχεία για να καλύψουν τις δικές τους πολεμικές απώλειες, το δολάριο θα καταρρεύσει.

Η «επιθετική άμυνα» και ο κίνδυνος του παγκόσμιου πληθωρισμού
Η στρατηγική του Bessent δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια απόπειρα να χρησιμοποιηθεί το δολάριο ως οικονομική ασπίδα για τη συνέχιση σπάταλων και λανθασμένων πολιτικών επιλογών. Οι swap lines, που παραδοσιακά αποτελούσαν εργαλείο έσχατης ανάγκης για τη διατήρηση της ρευστότητας, πλέον εργαλειοποιούνται επιθετικά για να αποτραπεί η αποδολαριοποίηση και η άνοδος εναλλακτικών συστημάτων πληρωμών, όπως το CIPS της Κίνας.
Ωστόσο, αυτή η τακτική κρύβει μια παγίδα. Αν οι χώρες του Κόλπου ενεργοποιήσουν αυτές τις γραμμές, η Fed θα αναγκαστεί να «τυπώσει» δολάρια σε μια ήδη κορεσμένη αγορά, πυροδοτώντας έναν παγκόσμιο πληθωρισμό που θα επηρεάσει τα πάντα — από τις μετοχές μέχρι τις τιμές των βασικών αγαθών. Η Ουάσιγκτον φαίνεται να σκάβει το λάκκο της ίδιας της της οικονομίας, επιλέγοντας λύσεις που στην πραγματικότητα υπονομεύουν τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του νομίσματος.
