Το σκηνικό θυμίζει ολοένα και περισσότερο μια παρτίδα σκάκι στην οποία οι παίκτες έχουν σταματήσει να ακολουθούν τους κανόνες. Η Ουάσιγκτον διολισθαίνει σε μια μετωπική οικονομική αντιπαράθεση με το Πεκίνο, η οποία δεν θα περιοριστεί απλώς σε ένα κακό τέλος για την αμερικανική πλευρά, αλλά υπόσχεται να ανακατέψει την τράπουλα των παγκόσμιων επενδύσεων και των νομισμάτων, απειλώντας ευθέως το μέλλον της δυτικής τεχνολογίας.
Η «στρόφιγγα» του Ιράν και τα κινεζικά διυλιστήρια
Στο επίκεντρο της τρέχουσας έντασης βρίσκεται η κίνηση της Κίνας να απορροφά τεράστιους όγκους ιρανικού πετρελαίου, στηρίζοντας έμπρακτα έναν εταίρο των BRICS και εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα φθηνή ενέργεια. Το «κόκκινο πανί» για τις ΗΠΑ δεν είναι μόνο η οικονομική αιμοδοσία προς την Τεχεράνη, αλλά το γεγονός ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονται εκτός του συστήματος του δολαρίου. Το Ιράν χρησιμοποιεί το κινεζικό σύστημα πληρωμών SIP και δέχεται γουάν (RMB), παρακάμπτοντας πλήρως τις κυρώσεις.
Η αντίδραση της κυβέρνησης Τραμπ ήταν ακαριαία, στοχοποιώντας τα λεγόμενα «teapot» στην πόλη Νταλιάν. Πρόκειται για μια σαφή προειδοποίηση: όποιος αγοράζει ιρανικό αργό, θα κόβεται από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι επιπτώσεις για ένα διυλιστήριο που δέχεται τέτοιες δευτερογενείς κυρώσεις είναι καταστροφικές. Ακόμα και αγοραστές στην Ευρώπη ή την Ιαπωνία, που έχουν ανάγκη τα προϊόντα πετρελαίου, θα απομακρυνθούν για να παραμείνουν ασφαλείς, οδηγώντας τα περιθώρια κέρδους των κινεζικών εταιρειών σε κατάρρευση.
Το «αγκάθι» της γεωργίας και το σοκ των λιπασμάτων
Αν όμως η Ουάσιγκτον νομίζει ότι κρατά το πάνω χέρι, πλανάται. Η «αχίλλειος πτέρνα» της αμερικανικής οικονομίας είναι η γεωργία. Λόγω του αποκλεισμού στα στενά του Χορμούζ, η παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού αζώτου έχει διαρραγεί. Το αποτέλεσμα; Ένα βίαιο σοκ στις τιμές των λιπασμάτων. Σχεδόν το 70% των Αμερικανών αγροτών αδυνατεί πλέον να ανταπεξέλθει στα κόστη της τρέχουσας καλλιεργητικής περιόδου.
Η ουρία, το πιο διαδεδομένο λίπασμα, είδε την τιμή της να εκτοξεύεται κατά 49% σε μόλις έξι εβδομάδες. Η εξάρτηση των ΗΠΑ από τις εισαγωγές από τον Κόλπο είναι τεράστια, και όταν το κόστος παραγωγής τροφίμων ανεβαίνει, ο καταναλωτής είναι αυτός που δέχεται την τελική πίεση. Το πραγματικό δράμα όμως ξεκινά όταν το Πεκίνο αποφασίζει να «εκδικηθεί» στα αγροτικά προϊόντα. Η Κίνα, από αγοραστής 25 εκατομμυρίων τόνων αμερικανικής σόγιας, μπορεί να μηδενίσει τις παραγγελίες της, όπως έχει κάνει στο παρελθόν με τον άνθρακα και το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Αν οι Αμερικανοί αγρότες χάσουν την κινεζική αγορά, η κατάρρευση της παραγωγής είναι ένα ορατό και εφιαλτικό σενάριο.
Ο πόλεμος της (AI)
Η σύγκρουση επεκτείνεται με ραγδαίους ρυθμούς και στο μέτωπο της τεχνολογίας. Μετά την εξαγορά της Menace AI (εταιρείας κινεζικών συμφερόντων) από τις ΗΠΑ, το Πεκίνο έδωσε εντολή στις δικές του εταιρείες AI να απορρίπτουν αμερικανικά κεφάλαια. Η Κίνα χτίζει ένα «σινικό τείχος» γύρω από την τεχνολογία της, επιλέγοντας τον έλεγχο έναντι των κεφαλαίων.

Μπορεί οι ΗΠΑ να διαθέτουν το δολάριο, αλλά η Κίνα έχει την Αγοραστική Δύναμη (PPP). Παρόλο που η Κίνα επενδύει μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ της στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D) σε σχέση με τις ΗΠΑ (2,7% έναντι 3,4%), η πραγματική αξία της επένδυσης είναι ισοδύναμη λόγω του χαμηλότερου κόστους. Επιπλέον, η Κίνα διαθέτει απεριόριστη ενέργεια και τεράστια κέντρα δεδομένων που λειτουργούν στο ρελαντί, έτοιμα να εκπαιδεύσουν τα μοντέλα AI του μέλλοντος. Όπως παραδέχονται και στελέχη της Nvidia, η Κίνα έχει το hardware και το μυαλό για να καλύψει την απόσταση.
Το στρατηγικό λάθος της Ουάσιγκτον
Το πλέον παράδοξο είναι η στάση της κυβέρνησης Τραμπ στο εσωτερικό μέτωπο. Την ώρα που ο ανταγωνισμός με την κινεζική βιομηχανική μηχανή κορυφώνεται, οι ΗΠΑ προτείνουν περικοπές 22% στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό για το R&D. Η λογική της πλήρους στήριξης στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να αποδειχθεί μοιραία απέναντι σε ένα κράτος που επιδοτεί ακατάπαυστα τους στρατηγικούς του κλάδους.
Μια μείωση του προϋπολογισμού έρευνας κατά 20% δίνει στην Κίνα ένα σωρευτικό πλεονέκτημα 1,5 τρισεκατομμυρίου δολαρίων σε βάθος δεκαετίας. Με αυτό το δώρο, το Πεκίνο δεν θα χρειαστεί καν δέκα χρόνια για να ξεπεράσει τη Δύση. Ο πόλεμος με το Ιράν και οι κυρώσεις στα διυλιστήρια λειτουργούν ως καταλύτης για μια σειρά από «περίεργες» αντιδράσεις του Τραμπ που πληγώνουν την ίδια την αμερικανική οικονομία.
Η σύγκρουση αυτή δεν είναι πλέον μια τοπική διαφορά. Είναι ένας παγκόσμιος οικονομικός ανασχηματισμός όπου η τεχνολογία, η ενέργεια και η διατροφική ασφάλεια γίνονται όπλα. Αν το Πεκίνο αποφασίσει να τραβήξει το σχοινί στα άκρα, το πλήγμα στην αμερικανική γεωργία και την καινοτομία ίσως είναι μη αναστρέψιμο.

