Υπάρχει μια παλιά, κυνική ρήση που λέει πως το χρήμα δεν έχει ηθική, αλλά τρέμει τον θόρυβο. Στην περίπτωση των αποκαλύψεων των «αρχείων Επστάιν», αυτή η αρχή επιβεβαιώνεται με τον πιο ηχηρό τρόπο, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα ένα βαθύ, δομικό χάσμα ανάμεσα στον τρόπο που αντιδρά η εταιρική Αμερική και στον τρόπο που (δεν) αντιδρά το πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον.
Ζούμε σε μια παράδοξη συγκυρία. Από τη μία πλευρά, βλέπουμε την αγορά –αυτόν τον υποτιθέμενο ναό του κέρδους– να επιδεικνύει, έστω και καθυστερημένα, αντανακλαστικά αυτοκάθαρσης. Από την άλλη, οι θεσμοί της Δικαιοσύνης, οι θεματοφύλακες του κράτους δικαίου, επιδίδονται σε ένα ρεσιτάλ στρουθοκαμηλισμού, αντιμετωπίζοντας βαρύτατες ηθικές κατηγορίες με χρηματιστηριακούς δείκτες και πολιτικές κορώνες.
Η «Εκκαθάριση» των Διοικητικών Συμβουλίων
Η είδηση της παραίτησης της Kathy Ruemmler, της κορυφαίας νομικής συμβούλου της Goldman Sachs, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, αλλά σίγουρα ήταν ένα σήμα. Η Ruemmler, πρώην νομική σύμβουλος του Λευκού Οίκου επί Ομπάμα, δεν ήταν ένα τυχαίο πρόσωπο. Ήταν ένας πυλώνας του νομικού κατεστημένου της Wall Street. Ωστόσο, η δημοσιοποίηση των email της με τον Τζέφρι Επστάιν –email που αποκάλυπταν μια σχέση που υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια της «επαγγελματικής γνωριμίας»– κατέστησε την παραμονή της στην Goldman Sachs αδύνατη.
Οι λεπτομέρειες είναι ενοχλητικές. Αναφορές στον Επστάιν ως «Θείο Τζέφρι» (Uncle Jeffrey), συζητήσεις για ταξίδια στο ιδιωτικό του νησί, ανταλλαγές φιλοφρονήσεων και συμβουλές διαχείρισης κρίσεων για τα σεξουαλικά του εγκλήματα. Η Ruemmler προσπάθησε να υποβαθμίσει τη σχέση, αλλά τα γραπτά μένουν. Και η Goldman Sachs, όπως και η DP World που προχώρησε σε αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία της (αν και χωρίς να συνδέσει άμεσα το γεγονός με τα αρχεία), κατάλαβαν το προφανές: Η εγγύτητα με τον Επστάιν είναι τοξική. Η αγορά δεν συγχωρεί την αβεβαιότητα που προκαλεί η ηθική απαξίωση. Όταν το brand κινδυνεύει, οι καρέκλες τρίζουν και τελικά αδειάζουν.
Εδώ όμως τελειώνει η λογική της λογοδοσίας και αρχίζει το θέατρο του παραλόγου.
Ο «Δείκτης Dow» ως Ηθικό Άλλοθι
Μεταφερόμαστε στην αίθουσα της Επιτροπής Δικαιοσύνης. Εκεί, η Γενική Εισαγγελέας Pam Bondi βρέθηκε αντιμέτωπη με σκληρές ερωτήσεις για τη διαχείριση των αρχείων Επστάιν και την εμπλοκή πολιτικών προσώπων. Η αντίδρασή της; Ένα μνημείο αποπροσανατολισμού. Αντί να απαντήσει επί της ουσίας για το γιατί το Υπουργείο Δικαιοσύνης φαίνεται να κωλυσιεργεί ή να προστατεύει συγκεκριμένα πρόσωπα, η Bondi επέλεξε να μιλήσει για το χρηματιστήριο.
«Ο Dow Jones είναι πάνω από τις 50.000 μονάδες», ήταν ουσιαστικά η γραμμή άμυνας. Πρόκειται για έναν λογικό ακροβατισμό που θα ζήλευε και ο πιο επιδέξιος σοφιστής. Τι σχέση έχει η πορεία των μετοχών με την απονομή δικαιοσύνης για τα θύματα ενός δικτύου σωματεμπορίας; Καμία. Είναι η απόλυτη εργαλειοποίηση της οικονομίας ως πέπλο για την κάλυψη θεσμικών αστοχιών.
Η Bondi, σε μια εμφάνιση που χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως συναισθηματικά φορτισμένη και «εκτός ελέγχου», απέτυχε να πείσει ακόμα και φίλα προσκείμενα μέσα ενημέρωσης, όπως το Fox News. Η σύγκριση με τον Scott Bessent, ο οποίος εμφανίστηκε μετρημένος, ψύχραιμος και αποτελεσματικός, ήταν συντριπτική. Η Bondi έμοιαζε να καταναλώνεται από τον ρόλο της, χάνοντας την ψυχραιμία που απαιτεί η θέση της, καταφεύγοντας σε προσωπικές επιθέσεις εναντίον βουλευτών («δεν είσαι καν δικηγόρος»), θυμίζοντας περισσότερο τηλεοπτικό πάνελ παρά ακρόαση στο Κογκρέσο.
Η Σιωπή Απέναντι στα Θύματα
Το πιο σκοτεινό σημείο της υπόθεσης, ωστόσο, δεν είναι οι φωνές της Bondi, αλλά η σιωπή της απέναντι στα θύματα. Στην αίθουσα βρίσκονταν επιζώσες των εγκλημάτων του Επστάιν. Γυναίκες που ζητούν το αυτονόητο: διαφάνεια και δικαίωση. Η Γενική Εισαγγελέας, σύμφωνα με μαρτυρίες, απέφυγε επιδεικτικά να τις κοιτάξει, γυρίζοντας κυριολεκτικά την πλάτη της.
Η εικόνα αυτή είναι βαθιά συμβολική. Ένα κράτος που επιλέγει να μην βλέπει. Μια ηγεσία που νιώθει πιο άνετα να συζητά για 401k και οικονομικούς δείκτες παρά να αντικρίσει στα μάτια τον ανθρώπινο πόνο που προκάλεσε η ολιγωρία του συστήματος. Η έλλειψη ενσυναίσθησης δεν είναι απλώς ένα προσωπικό ελάττωμα· σε αυτό το επίπεδο εξουσίας, αποτελεί πολιτική αποτυχία.
Τα θύματα δήλωσαν ότι ένιωσαν «αόρατες». Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμα της τρέχουσας διαχείρισης: Να καταστήσει τα θύματα αόρατα, ενώ ταυτόχρονα αναλώνονται σε νομικίστικους διαξιφισμούς για το αν ο Πρόεδρος αναφέρεται στα έγγραφα και αν αυτό συνιστά αδίκημα ή όχι.
Δύο Μέτρα και Δύο Σταθμά
Καταλήγουμε, λοιπόν, σε ένα ανησυχητικό συμπέρασμα. Η Αμερική φαίνεται να λειτουργεί με δύο ταχύτητες ηθικής. Στον ιδιωτικό τομέα, ο κίνδυνος της φήμης (reputational risk) λειτουργεί ως καταλύτης. Η Goldman Sachs δεν μπορεί να αντέξει τη σκιά του Επστάιν, γιατί οι μέτοχοι απαιτούν καθαρότητα. Εκεί, οι συνέπειες είναι άμεσες. Παραιτήσεις, απομακρύνσεις, «καθάρισμα» του μητρώου.
Στον δημόσιο βίο, όμως, η λογοδοσία έχει αντικατασταθεί από την πόλωση. Οι αποκαλύψεις δεν οδηγούν σε παραιτήσεις, αλλά σε αντεπιθέσεις. Η παρουσία ονομάτων στα αρχεία Επστάιν δεν προκαλεί θεσμικό σεισμό, αλλά κομματικό χαρακώματα. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, αντί να λειτουργεί ως ανεξάρτητος κριτής, εμφανίζεται να λειτουργεί ως συνήγορος υπεράσπισης συγκεκριμένων συμφερόντων, χρησιμοποιώντας την οικονομική ευημερία ως συγχωροχάρτι για ηθικά ελλείμματα.
Οι πολίτες, παρατηρώντας αυτή την αντίφαση, χάνουν την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς. Όταν βλέπουν στελέχη επιχειρήσεων να πληρώνουν το τίμημα για τις επιλογές τους, ενώ πολιτικοί αξιωματούχοι παραμένουν στο απυρόβλητο κρυμμένοι πίσω από διαδικαστικά τερτίπια και φωνές, η αίσθηση του δικαίου διαβρώνεται.
Η υπόθεση Επστάιν δεν είναι πλέον απλώς μια αστυνομική ιστορία. Είναι ένας καθρέφτης της αμερικανικής κοινωνίας. Και αυτή τη στιγμή, το είδωλο που δείχνει είναι ραγισμένο. Η Goldman Sachs έκανε το βήμα. Η Ουάσιγκτον, πότε;

