Η ιστορία της αμερικανικής ισχύος μοιάζει με ένα τρένο που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε ράγες που τελειώνουν στον γκρεμό. Για δεκαετίες, η Ουάσιγκτον επένδυσε τα πάντα στο «Plan A»: μια παγκόσμια κυριαρχία επιβεβλημένη μέσω των όπλων και του δολαρίου. Με στρατιωτικές δαπάνες που σταθερά κινούνται κοντά ή πάνω από το 3% του ΑΕΠ, και ένα δημόσιο χρέος που έχει ξεπεράσει το 120% του ΑΕΠ, το imperium χτίστηκε πάνω σε μια υπόσχεση αιώνιας ισχύος που χρηματοδοτείται με φθηνό χρήμα και εισαγόμενο παραγωγικό δυναμικό. Όμως, όπως συμβαίνει συχνά με τις αυτοκρατορίες που αρνούνται να κοιτάξουν τον καθρέφτη, το κόστος αυτής της επιλογής δεν το πλήρωσαν οι ελίτ, αλλά η ίδια η παραγωγική βάση των ΗΠΑ: ο εργαζόμενος των 25 δολαρίων την ώρα στο Ντιτρόιτ, που είδε τη δουλειά του να φεύγει στην Κίνα, και αντικαταστάθηκε από μια επισφαλή θέση σε αποθήκη logistics ή σε μια πλατφόρμα gig economy. Σήμερα, βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν, όπου η αποβιομηχάνιση, η χρηματοπιστωτική ασφυξία και η κοινωνική ανισότητα – με το ανώτερο 1% να κατέχει πάνω από το ένα τρίτο του πλούτου – απαιτούν απεγνωσμένα ένα «Plan B».
Tο αποτυχημένο πείραμα του ιμπεριαλισμού
Η προσπάθεια επιβολής της αμερικανικής θέλησης ανά τον κόσμο δεν ήταν απλώς μια γεωπολιτική αστοχία· ήταν ένας οικονομικός αυτοχειριασμός. Η στρατιωτικοποίηση της αμερικανικής κοινωνίας και η σύνδεση των πάντων με το σύστημα του δολαρίου οδήγησαν στην αποδυνάμωση της εγχώριας παραγωγής. Οι ΗΠΑ έπαψαν να παράγουν πράγματα και άρχισαν να παράγουν χρέος και χρηματοπιστωτικά παράγωγα, την ώρα που οι αλυσίδες παραγωγής μεταφέρονταν μαζικά στην Ασία, με την Κίνα να αναδεικνύεται σε «εργοστάσιο του κόσμου». Το «ισχυρό δολάριο» έγινε το κεντρικό όπλο, αλλά και η κεντρική παγίδα: κάθε κρίση ενίσχυε τη ζήτηση για αμερικανικά ομόλογα, επιτρέποντας στην Ουάσιγκτον να χρηματοδοτεί ελλείμματα άνω του 5% του ΑΕΠ σχεδόν ως ρουτίνα, την ώρα που στο εσωτερικό ολόκληρες βιομηχανικές ζώνες μετατρέπονταν σε «rust belt».
Το «Plan B» που χρειαζόμαστε είναι η παραδοχή πως η Αμερική είναι μια μεγάλη, παραγωγική οικονομία, αλλά παραμένει μία ανάμεσα σε πολλές. Δεν είναι πλέον ο μοναδικός πυλώνας της παγκόσμιας ζήτησης, ούτε ο αδιαμφισβήτητος τεχνολογικός ηγεμόνας, καθώς η Κίνα επενδύει ήδη πάνω από 2% του ΑΕΠ της σε R&D και η Ευρώπη, παρά τις αντιφάσεις της, επιδιώκει στρατηγική αυτονομία. Το μέλλον της δεν βρίσκεται στις συγκρούσεις με την Κίνα, τη Ρωσία ή την Ευρώπη, αλλά στην καλλιέργεια συνεργατικών σχέσεων. Η ασφάλεια της Ιαπωνίας εξαρτάται από τις καλές σχέσεις με την Κίνα, και της Ευρώπης από τις σχέσεις με τη Ρωσία· η ενεργειακή κρίση και ο πόλεμος στην Ουκρανία το κατέστησαν αυτό painfully σαφές. Η λογική του «μηδενικού αθροίσματος» ανήκει στον περασμένο αιώνα, τότε που το Bretton Woods μπορούσε να επιβληθεί σχεδόν μονομερώς· σήμερα, η πολυπολικότητα δεν είναι επιλογή, είναι δεδομένο.
Tο «σκιώδες κράτος» και η εναλλακτική ανάγνωση
Συχνά εστιάζουμε στη βιτρίνα: στο Κογκρέσο, στον Λευκό Οίκο, στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed). Βλέπουμε τις συνεδριάσεις της FOMC, τις δηλώσεις του προέδρου της Fed για τον πληθωρισμό που «παραμένει σχετικά υψηλός» και για επιτόκια που παραμένουν στάσιμα γύρω στο 3,5–3,75% ή υψηλότερα, και νομίζουμε ότι εκεί παίζεται όλο το παιχνίδι. Όμως, αν μείνουμε εκεί, χάνουμε τη μεγάλη εικόνα. Υπάρχει ένα «σκιώδες μέρος» της εξουσίας —αυτό που αναδεικνύει ο Aaron Good— όπου οι μυστικές υπηρεσίες, οι ροές χρήματος και τα σκοτεινά δίκτυα τύπου Epstein συμπλέκονται με την επίσημη πολιτική. Εκεί αποφασίζονται πόλεμοι, κυρώσεις, συμφωνίες για αγωγούς και συμβόλαια πολλών δισ. δολαρίων, μακριά από τις κάμερες, στις γκρίζες ζώνες ανάμεσα σε κράτος, εταιρείες και οργανωμένο έγκλημα.
Εδώ έρχεται η χρησιμότητα της μαρξιστικής ανάλυσης. Το κράτος δεν είναι απλώς ένας θεσμικός μηχανισμός, αλλά η αποκρυστάλλωση της κοινωνικής δύναμης που στέκεται πίσω του. Είναι ένα εργαλείο διαμορφωμένο για να διαφυλάττει τα προνόμια της κυρίαρχης τάξης, τροποποιώντας κάθε φορά τη μορφή του κοινωνικού συμβολαίου έτσι ώστε να νομιμοποιεί την εκάστοτε ταξική κυριαρχία. Και η αμερικανική άρχουσα τάξη έχει αλλάξει πρόσωπο: από τους αγρότες του Τζέφερσον περάσαμε στη μεταποίηση του 20ού αιώνα, από εκεί στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο της Γουόλ Στριτ μετά τη δεκαετία του ’80, και τώρα βρισκόμαστε στην εποχή της AI και των τεχνολογικών κολοσσών. Το νέο μπλοκ εξουσίας δεν φοράει καπέλο βιομήχανου ή τραπεζίτη· φοράει hoodie, μιλάει για disruption και ζητάει ρυθμιστική ασυλία στο όνομα της «καινοτομίας».

H φούσκα τηςAI και ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού
Κάθε νέα άρχουσα τάξη απαιτεί απορρύθμιση για να τσιμεντώσει τη δική της δύναμη. Οι Mark Zuckerbergs του κόσμου ζητούν όλο και λιγότερους κανόνες, την ώρα που ένα ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο των επενδύσεων κατευθύνεται σε υποδομές Τεχνητής Νοημοσύνης: κέντρα δεδομένων, GPUs, δίκτυα, λογισμικό. Η λέξη «AI» έχει γίνει μαγική· αρκεί να εμφανιστεί σε ένα ενημερωτικό δελτίο, και η μετοχή μπορεί να κερδίσει διψήφια ποσοστά σε μια μέρα, όπως ακριβώς συνέβαινε στο dot-com πριν το 2000. Υπάρχει όμως μια παγίδα: δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η AI θα αποφέρει καρπούς σε θέσεις εργασίας, παραγωγικότητα ή ΑΕΠ αντίστοιχους με τις αποτιμήσεις-ρεκόρ που δημιουργούνται στα χρηματιστήρια.
Αντίθετα, η φούσκα της AI θυμίζει έντονα το dot-com crash. Σήμερα, μιλάμε για μια «φούσκα» που ορισμένες εκτιμήσεις τη φτάνουν σε κλίμακα 10 τρισ. δολαρίων σε χρηματιστηριακή αξία, με εταιρείες που έχουν ελάχιστα πραγματικά κέρδη αλλά τεράστιες προσδοκίες για το μέλλον. Για να βγουν τα νούμερα, επενδυτικές τράπεζες όπως η JPMorgan υπολογίζουν ότι οι εταιρείες θα χρειαστούν έσοδα εκατοντάδων δισ. δολαρίων ετησίως από προϊόντα AI μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουν τις κεφαλαιουχικές δαπάνες. Με τα ιδιωτικά κεφάλαια (private equity και venture capital) να είναι εκτεθειμένα σε αυτή τη φούσκα, ο κίνδυνος μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης είναι ορατός ακόμα και μέσα στο τρέχον έτος: μια απότομη διόρθωση θα μπορούσε να συμπαρασύρει τράπεζες, funds, συνταξιοδοτικά ταμεία.
Την ίδια στιγμή, το πετρελαϊκό σοκ —που χτυπά πρώτα τις ευάλωτες οικονομίες όπως οι Φιλιππίνες, αλλά στη συνέχεια μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά— δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ. Ακόμα κι αν ο Τραμπ σταματούσε τον πόλεμο αύριο, το πετρέλαιο δεν θα επέστρεφε άμεσα στην αγορά: οι ζημιές σε υποδομές, οι κυρώσεις και η γεωπολιτική αβεβαιότητα κρατούν τις τιμές ψηλά. Οδηγούμαστε σε μια περίοδο έντονου πληθωρισμού κόστους, την ώρα που οι οικονομίες επιβραδύνονται λόγω της χρηματοπιστωτικής ασφυξίας. Αυτή είναι η συνταγή για στασιμοπληθωρισμό: χαμηλή ανάπτυξη, επίμονα υψηλές τιμές, αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια.
Tο αδιέξοδο της FED
Η Federal Reserve βρίσκεται εγκλωβισμένη. Αν αυξήσει τα επιτόκια για να δαμάσει τον πληθωρισμό, θα βαθύνει την ύφεση και θα σκάσει τις φούσκες που στηρίζονται στο φθηνό χρέος – από τις μετοχές της τεχνολογίας μέχρι την αγορά ακινήτων και το εταιρικό χρέος υψηλής μόχλευσης. Αν δεν τα αυξήσει, ο πληθωρισμός θα κατασπαράξει το βιοτικό επίπεδο, ιδίως των χαμηλότερων στρωμάτων, που ήδη βλέπουν τις τιμές ενέργειας και τροφίμων να απορροφούν δυσανάλογο μερίδιο του εισοδήματός τους. Στις πιο πρόσφατες ανακοινώσεις της, η Fed διατηρεί μια ρητορική «σκληρής γραμμής», μιλώντας για επίμονα υψηλό πληθωρισμό και λίγες, προσεκτικές μειώσεις επιτοκίων στο μέλλον, αλλά πίσω από τις λέξεις κρύβεται ο φόβος: οποιαδήποτε κίνηση μπορεί να είναι η σπίθα που θα ανάψει τη φωτιά.
Η πραγματική «αλλαγή καθεστώτος» (regime change) που απαιτείται, δεν αφορά τη Μόσχα ή το Πεκίνο, αλλά την ίδια την Ουάσιγκτον. Δεν είναι ζήτημα αλλαγής προσώπων στο Οβάλ Γραφείο ή αλλαγής προέδρου της Fed, αλλά αλλαγής ταξικής συμμαχίας και κοινωνικού συμβολαίου: από ένα μοντέλο που θυσιάζει την παραγωγή στον βωμό της χρηματοπιστωτικής κερδοσκοπίας, σε ένα μοντέλο που επενδύει στην πραγματική οικονομία, στις υποδομές, στα κοινωνικά δικαιώματα. Η ανάδυση μιας πολιτικής δύναμης που θα αποδεχθεί το τέλος του ιμπεριαλισμού και θα επαναφέρει την παραγωγική λογική είναι η μόνη διέξοδος πριν το οικονομικό κραχ γίνει αναπόφευκτο. Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει Plan B, αλλά αν θα διαμορφωθεί συνειδητά, μέσα από ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, ή αν θα μας επιβληθεί βίαια, μέσα από μια κρίση που θα σαρώσει τα πάντα.

