Follow the money: Γιατί ο Τραμπ πάτησε το κουμπί – Η ανατομία της Αμερικανικής στρατηγικής στο Ιράν και οι Αραβικές λυκοφιλίες

Ο Λευκός Οίκος βομβαρδίζει το Ιράν και η λογική πάει περίπατο. Τα «φαντάσματα» των πυρηνικών, τα δισεκατομμύρια του Κόλπου και ένας πρόεδρος που ψάχνει απεγνωσμένα ένα γεωπολιτικό σωσίβιο επιβίωσης

Follow the money: Γιατί ο Τραμπ πάτησε το κουμπί – Η ανατομία της Αμερικανικής στρατηγικής στο Ιράν και οι Αραβικές λυκοφιλίες

Εμείς εδώ στην Ελλάδα, έχοντας την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής σχεδόν δίπλα μας, στη δική μας γειτονιά, παρακολουθούμε πάντα με διαφορετικό, πολύ πιο υποψιασμένο μάτι τις γεωπολιτικές αναφλέξεις από ό,τι το αμερικανικό κοινό. Όταν τα τύμπανα του πολέμου ηχούν, οι συνέπειες φτάνουν γρήγορα στη δική μας πόρτα, είτε με τη μορφή μιας νέας ενεργειακής κρίσης, είτε ως άμεση γεωπολιτική αστάθεια στη Μεσόγειο. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ωστόσο, οι Αμερικανοί αναλυτές συχνά εγκλωβίζονται στον δικό τους μικρόκοσμο, προσπαθώντας να βγάλουν νόημα από αποφάσεις που μοιάζουν να στερούνται κάθε ίχνους στρατηγικής λογικής.

σχετικά άρθρα

Η πρόσφατη, αιφνιδιαστική επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν είναι ίσως το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα αυτού του παραλόγου που εκτυλίσσεται αυτή τη στιγμή στην Ουάσιγκτον. Αν αποδομήσουμε το επίσημο αφήγημα σημείο προς σημείο και θέσουμε το πιο απλό, αλλά και πιο κρίσιμο ερώτημα —γιατί η κυβέρνηση των ΗΠΑ ξεκίνησε μόλις έναν πόλεμο με το Ιράν;— η αλήθεια που απομένει είναι εξαιρετικά άβολη. Και σίγουρα, δεν έχει καμία σχέση με όσα ακούγονται στις επίσημες συνεντεύξεις Τύπου.

Το Παραμύθι των Πυρηνικών και των Βαλλιστικών Πυραύλων

Το πρώτο, κλασικό επιχείρημα που επιστρατεύεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις από το Πεντάγωνο είναι ο «άμεσος, υπαρξιακός κίνδυνος». Βρίσκεται, λοιπόν, το Ιράν ένα βήμα πριν αποκτήσει διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους ικανούς να πλήξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες; Η απάντηση, βασισμένη στην κοινή λογική αλλά και στα δεδομένα, είναι κατηγορηματικά όχι. Δεν υπάρχει καμία απολύτως ένδειξη, ούτε καν σοβαρή καταγγελία από τις μυστικές υπηρεσίες, ότι η Τεχεράνη διαθέτει ή βρίσκεται κοντά στην ανάπτυξη τεχνολογίας ICBM (Intercontinental Ballistic Missiles). Ακόμη και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης, όπως ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, παραδέχτηκαν πρόσφατα ότι η απειλή συνοψίζεται στο ότι «ίσως, κάποια μέρα» να αποκτήσουν αυτή την ικανότητα. Μια αόριστη υπόθεση εργασίας, δηλαδή, που θυμίζει περισσότερο σενάριο επιστημονικής φαντασίας παρά πραγματικό casus belli.

Μήπως, τότε, το Ιράν βρίσκεται μια εβδομάδα μακριά από τον εμπλουτισμό ουρανίου σε βιομηχανική κλίμακα για την κατασκευή βόμβας, όπως ισχυρίστηκε ο Στιβ Γουίτκοφ; Εδώ η αμερικανική εξωτερική πολιτική αγγίζει τα όρια της φάρσας. Ο Γουίτκοφ, ένας μεσίτης ακινήτων και παλιός φίλος του Ντόναλντ Τραμπ, βρέθηκε ανεξήγητα να διαπραγματεύεται εκ μέρους των ΗΠΑ, χωρίς καμία απολύτως διπλωματική εμπειρία. Και πάλι, η απάντηση είναι αρνητική. Οι ίδιοι οι εν ενεργεία αξιωματούχοι της κυβέρνησης έχουν ξεκαθαρίσει ότι το Ιράν «δεν εμπλουτίζει αυτή τη στιγμή», αδειάζοντας πανηγυρικά το αφήγημα των γερακιών του Λευκού Οίκου.

Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, τη μνημειώδη αντίφαση: ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος καυχιόταν πριν από λίγους μήνες ότι είχε «εξαλείψει ολοκληρωτικά» το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν με προηγούμενα χτυπήματα. Πώς γίνεται κάτι που —σύμφωνα με τον ίδιο— έχει μετατραπεί σε σκόνη, να ανασταίνεται ξαφνικά και να απαιτεί έναν νέο, κατεπείγοντα πόλεμο σήμερα;

Η Ουτοπία της “Αλλαγής Καθεστώτος” με το Πάτημα ενός Κουμπιού

Το δεύτερο αφήγημα, αυτό που σερβίρεται για εσωτερική κατανάλωση στους πιο ρομαντικούς ψηφοφόρους που πιστεύουν ακόμη στον ρόλο της Αμερικής ως «παγκόσμιου αστυφύλακα», είναι η περίφημη “αλλαγή καθεστώτος”. Σε ένα σχεδόν σουρεαλιστικό, μαγνητοσκοπημένο μήνυμα μέσα στη μαύρη νύχτα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ κάλεσε ευθέως τους Ιρανούς να ξεσηκωθούν και να ανατρέψουν τη δεσποτική κυβέρνησή τους.

Αν, όμως, ο πραγματικός στόχος είναι η απελευθέρωση του ιρανικού λαού, οι ενέργειες του αμερικανικού κράτους δείχνουν το ακριβώς αντίθετο. Το Ιράν δεν είναι μια χάρτινη κατασκευή. Είναι μια τεράστια, εξαιρετικά πολύπλοκη χώρα 92 εκατομμυρίων ανθρώπων, με πανίσχυρους και αδίστακτους μηχανισμούς εσωτερικής ασφάλειας (όπως οι Φρουροί της Επανάστασης) που ελέγχουν ταυτόχρονα τεράστιο μέρος της εγχώριας οικονομίας. Αυτοί οι μηχανισμοί δεν πρόκειται να εξαφανιστούν ως διά μαγείας επειδή μια αμερικανική βόμβα χτυπάει στόχους στην Τεχεράνη.

Επιπλέον, αν η Ουάσιγκτον επιθυμούσε πραγματικά μια λαϊκή εξέγερση, θα έκανε τα απολύτως αυτονόητα: θα φρόντιζε να μείνει ανοιχτό το ίντερνετ (το οποίο έπεσε αμέσως) για να μπορούν οι διαδηλωτές να οργανωθούν, να συντονιστούν και να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο. Θα έδινε σαφείς, πρακτικές οδηγίες στις ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας για το πώς να παραδοθούν και να εγκαταλείψουν τα όπλα τους. Δεν θα είχε αποδεκατίσει τα κρίσιμα δίκτυα επικοινωνίας. Ο πόλεμος αυτός, ξεκάθαρα, δεν ξεκίνησε για να σώσει τους Ιρανούς φοιτητές και διαδηλωτές από την καταπίεση.

Follow the Money: Ο Λογαριασμός Πληρώνεται στον Κόλπο

Αφού αποκλείσουμε τα πυρηνικά όπλα και το όραμα του εκδημοκρατισμού, μένει το αμείλικτο, κυνικό ερώτημα που πρέπει πάντα να τίθεται στη γεωπολιτική: Cui bono? Ποιος επωφελείται πραγματικά;

Η απάντηση κρύβεται, όπως πάντα, στους τραπεζικούς λογαριασμούς και στα ψυχρά συμφέροντα των αραβικών κρατών του Κόλπου. Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ θέλουν εδώ και δεκαετίες να δουν το Ιράν γονατισμένο, αφαιρώντας τον μεγαλύτερο περιφερειακό τους αντίπαλο από τον χάρτη της επιρροής στη Μέση Ανατολή.

Οι οικονομικές διασυνδέσεις αυτών των κρατών με το άμεσο περιβάλλον του προέδρου είναι απλώς αδύνατο να αγνοηθούν. Το Κατάρ, για παράδειγμα, μόλις διέθεσε στον Τραμπ ένα υπερπολυτελές αεροσκάφος αξίας 400 εκατομμυρίων δολαρίων. Τα ΗΑΕ διευκόλυναν πρόσφατα μια σκοτεινή συναλλαγή κρυπτονομισμάτων ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς τη νέα, αμφιβόλου αξίας, εταιρεία της προεδρικής οικογένειας. Και φυσικά, είναι γνωστό ότι οι Σαουδάραβες είχαν ήδη επενδύσει άλλα 2 δισεκατομμύρια δολάρια στο fund του γαμπρού του, Τζάρεντ Κούσνερ, με το που έκλεισε η πρώτη του θητεία. Ο ίδιος ο Κούσνερ, όλως τυχαίως, είναι αυτός που φέρεται να ηγείται των σκιωδών διαπραγματεύσεων στη Μέση Ανατολή, την ώρα που ο επίσημος υπουργός Εξωτερικών βρίσκεται στην Καραϊβική.

Όπως επισημαίνουν οι πιο οξυδερκείς αναλυτές, είναι σαν να έχεις μια διαμάχη με τον γείτονά σου, και ξαφνικά η αστυνομία να εισβάλλει, να γκρεμίζει το σπίτι του με μπουλντόζα και να σου δίνει το οικόπεδο, μόνο και μόνο για να μαθευτεί αργότερα ότι εσύ είχες δωροδοκήσει το αστυνομικό τμήμα με αστρονομικά ποσά. Τα κράτη του Κόλπου φαίνεται πρακτικά να «νοίκιασαν» τις υπηρεσίες του αμερικανικού στρατού για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά τους.

Ο Πόλεμος ως Σωσίβιο (Wag the Dog)

Υπάρχει, τέλος, και ο πιο ωμός λόγος για την αμερικανική εμπλοκή: η εσωτερική πολιτική επιβίωση.

Ένας πρόεδρος που βλέπει τα ποσοστά του να πιέζονται, αντιμέτωπος με τεράστιες εγχώριες κρίσεις, καταφεύγει στο παλαιότερο και πιο δοκιμασμένο κόλπο της πολιτικής ιστορίας: ξεκινάει έναν πόλεμο. Αλλάζει ακαριαία την ατζέντα. Το είχε προβλέψει, με τρομακτική ειρωνεία, ο ίδιος ο Τραμπ για τον Μπαράκ Ομπάμα το 2011, κατηγορώντας τον (εντελώς λανθασμένα) ότι θα επιτεθεί στο Ιράν απλώς και μόνο για να εξασφαλίσει την επανεκλογή του. Σήμερα, απλώς προβάλλει τις δικές του τακτικές στην πραγματικότητα. Βλέπει τον πόλεμο ως μια θεαματική αλλαγή θέματος, μια επίδειξη ισχύος χωρίς να ρωτήσει το Κογκρέσο, αγνοώντας πλήρως τη φωτιά που ανάβει στο παγκόσμιο στερέωμα.

Για εμάς, στην ευρωπαϊκή πλευρά, το συμπέρασμα είναι σαφές και άκρως ανησυχητικό: Η υπερδύναμη δεν παίζει πλέον κάποιο βαθύ, περίπλοκο γεωπολιτικό σκάκι. Η εξωτερική της πολιτική δείχνει να άγεται και να φέρεται από τις οικονομικές συναλλαγές του στενού προεδρικού κύκλου και από την ανάγκη για φθηνό πολιτικό αντιπερισπασμό. Και κάπως έτσι, ελαφρά τη καρδία, μια περιοχή ήδη βαριά τραυματισμένη, σύρεται για άλλη μια φορά στο απόλυτο χάος.