Η Ταϊβάν χτίζει τη δική της «βιομηχανία drones» απέναντι στην Κίνα
Η Ταϊπέι σχεδιάζει να αποκτήσει περισσότερα από 200.000 στρατιωτικά drones, ενώ οι εταιρείες της διεκδικούν συμβόλαια από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη ως εναλλακτική λύση στην κινεζική κυριαρχία.
Η Ταϊβάν επιταχύνει ένα από τα πιο φιλόδοξα αμυντικά και βιομηχανικά σχέδια της τελευταίας δεκαετίας, επενδύοντας δισεκατομμύρια δολάρια στην παραγωγή μη επανδρωμένων συστημάτων. Πίσω από τις νέες παραγγελίες του στρατού κρύβεται ένας ευρύτερος στόχος: να δημιουργηθεί μια αλυσίδα παραγωγής drones που θα λειτουργεί ως εναλλακτική απέναντι στην κινεζική κυριαρχία και θα τροφοδοτεί τόσο την άμυνα της Ταϊβάν όσο και τις ανάγκες των δυτικών συμμάχων.
Η σκιά της Κίνας οδηγεί τις αποφάσεις
Η κυβέρνηση του προέδρου Γουίλιαμ Λάι προωθεί ειδικό εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους 6,6 δισ. δολαρίων για την περίοδο 2026-2031.
Το σχέδιο προβλέπει την αγορά περισσότερων από 208.000 drones παράκτιας επίθεσης, 1.400 drones αναγνώρισης και περισσότερων από 1.300 μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας.
Η επένδυση αντανακλά την ανησυχία της Ταϊπέι για τις συνεχείς στρατιωτικές πιέσεις του Πεκίνου και την ανάγκη δημιουργίας ενός μοντέλου άμυνας που θυμίζει όλο και περισσότερο τα διδάγματα του πολέμου στην Ουκρανία.
Από την άμυνα στις εξαγωγές
Η Ταϊβάν δεν βλέπει τα drones μόνο ως αμυντικό εργαλείο.
Οι εγχώριες εταιρείες επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τη σταδιακή απομάκρυνση των ΗΠΑ και ευρωπαϊκών χωρών από κινεζικά συστήματα.
Η Thunder Tiger έγινε η πρώτη ασιατική εταιρεία που εντάχθηκε στη λίστα πιστοποιημένων drones του αμερικανικού Πενταγώνου, ενώ παράλληλα επεκτείνει την παραγωγή της στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ταϊβανέζικες επιχειρήσεις προμηθεύουν ήδη κινητήρες, ελεγκτές πτήσης, μπαταρίες και ηλεκτρονικά εξαρτήματα σε δυτικά προγράμματα drones, ενώ εξάγουν προϊόντα σε χώρες όπως η Πολωνία και η Τσεχία.
Η ευρωπαϊκή διάσταση
Για την Ευρώπη, το θέμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η αγορά των εμπορικών drones παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την κινεζική DJI, η οποία ελέγχει περίπου το 70%-80% της παγκόσμιας αγοράς.
Οι Βρυξέλλες αναζητούν τρόπους μείωσης αυτής της εξάρτησης, ιδιαίτερα μετά τις ανησυχίες για την ασφάλεια δεδομένων, την τεχνολογική εξάρτηση και την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ταϊβάν επιχειρεί να παρουσιαστεί ως ο φυσικός εναλλακτικός εταίρος της Δύσης, συνδυάζοντας τεχνογνωσία στην κατασκευή ηλεκτρονικών, προηγμένα μικροτσίπ και στενή συνεργασία με αμερικανικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.
Ο μεγάλος στόχος της Ταϊπέι
Η πραγματική μάχη δεν αφορά μόνο την άμυνα της Ταϊβάν.
Αφορά το ποιος θα ελέγξει την επόμενη γενιά στρατιωτικών και εμπορικών drones σε έναν κόσμο όπου οι κυβερνήσεις θέλουν όλο και περισσότερο να μειώσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα.
Η Ταϊβάν προσπαθεί να επαναλάβει στον χώρο των drones αυτό που πέτυχε στους ημιαγωγούς: να μετατραπεί σε κρίσιμο κρίκο της δυτικής τεχνολογικής αλυσίδας. Αν πετύχει, δεν θα ενισχύσει μόνο την άμυνά της απέναντι στο Πεκίνο, αλλά θα αποκτήσει και σημαντικό γεωπολιτικό βάρος σε ΗΠΑ και Ευρώπη.
