Τα άγνωστα κρυφά σχολειά του 20ου αιώνα : όταν οι Ιταλοί απαγόρευσαν τα ελληνικά στα Δωδεκάνησα

Πώς οι Δωδεκανήσιοι διέσωσαν ψιθυριστά την ελληνική γλώσσα κόντρα στη λογοκρισία και τις απαγορεύσεις της ιταλικής φασιστικής κατοχής.

Τα άγνωστα κρυφά σχολειά του 20ου αιώνα : όταν οι Ιταλοί απαγόρευσαν τα ελληνικά στα Δωδεκάνησα

Στις φωτογραφίες της Ένωσης, βλέπουμε σημαιούλες, παρέλαση, χαμόγελα. Πίσω όμως από το 1948 κρύβονται δεκαετίες όπου στα Δωδεκάνησα το να μάθεις στα παιδιά σου ελληνικά δεν ήταν αυτονόητο δικαίωμα, αλλά πράξη αντίστασης. Αν το κρυφό σχολειό στην Τουρκοκρατία είναι ακόμη πεδίο ιδεολογικής διαμάχης, στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα έχουμε κάτι πολύ πιο απλό και ωμό: επίσημη, θεσμοθετημένη απαγόρευση της ελληνικής παιδείας και μια ολόκληρη κοινωνία που απάντησε στήνοντας τα δικά της, απολύτως πραγματικά, κρυφά σχολειά.

σχετικά άρθρα

1912: Η Ψευδαίσθηση της Ήπιας Ιταλικής Παρουσίας

Η ιστορία ξεκινά το 1912, όταν ο ιταλικός στόλος καταλαμβάνει τα Δωδεκάνησα, στο πλαίσιο του Ιταλοτουρκικού Πολέμου. Στην αρχή, οι κάτοικοι βλέπουν τους Ιταλούς σχεδόν ως προσωρινούς διαχειριστές στη θέση των Οθωμανών. Η Ρώμη παίζει για χρόνια το χαρτί της ήπιας παρουσίας, αφήνοντας τα ελληνικά σχολεία να λειτουργούν, επιτρέποντας τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ήθη. Η πρώτη αυτή φάση ήταν αρκετή για να στηριχθούν αργότερα όσοι έλεγαν: «Ποιο κρυφό σχολειό; Στα Δωδεκάνησα τα σχολεία ήταν ανοιχτά». Μόνο που η εικόνα αυτή δεν κράτησε πολύ.

Η Άνοδος του Φασισμού και ο Πόλεμος Ενάντια στη Γλώσσα

Με την άνοδο του φασισμού και ειδικά μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’30, όλα αλλάζουν. Η Ιταλία του Μουσολίνι δεν θέλει απλώς στρατιωτική κατοχή, θέλει και ιδεολογική ενσωμάτωση. Και ο πιο σίγουρος δρόμος για να σπάσεις την ταυτότητα ενός λαού είναι να χτυπήσεις τη γλώσσα του και τα σχολεία του. Στη Ρόδο, στην Κω, στην Κάλυμνο, στην Κάρπαθο, σε όλα τα νησιά, η εκπαιδευτική πολιτική σφίγγει βαθμιαία τη θηλιά γύρω από τα ελληνικά.

Το πρώτο βήμα είναι φαινομενικά «τεχνικό»: τα ελληνικά υποβαθμίζονται. Γίνονται «τοπική γλώσσα», όχι πλέον βασικό εργαλείο εκπαίδευσης αλλά συμπληρωματικό μάθημα. Τα ιταλικά επιβάλλονται ως κύρια γλώσσα διδασκαλίας. Η γεωγραφία, η ιστορία, τα μαθηματικά, όλα πρέπει να γίνονται στα ιταλικά. Τα ελληνικά επιτρέπονται για λίγο, ως μάθημα, σε λίγες τάξεις του δημοτικού. Σύντομα, ακόμη και αυτό θεωρείται υπερβολή.

Στη συνέχεια έρχονται οι απαγορεύσεις: τα ελληνικά αναγνωστικά αποσύρονται, τα βιβλία Ιστορίας που μιλούν για το 1821 και τον Καποδίστρια εξαφανίζονται από τις αίθουσες. Στη θέση τους μπαίνουν ιταλικά εγχειρίδια με χάρτες όπου τα Δωδεκάνησα προβάλλονται ως «Νησιά του Αιγαίου» της Μεγάλης Ιταλίας. Τα παιδιά μαθαίνουν για τον Γαριβάλδη, για τον Μουσολίνι, για τη «στοργική μητέρα πατρίδα» Ρώμη. Στα διαλείμματα, στις αυλές, στις σκάλες, υπάρχουν αυτιά που ακούν. Αν σε πιάσουν να μιλάς ελληνικά, ο δάσκαλος κινδυνεύει με έλεγχο, το παιδί με τιμωρία.

Και έπειτα, η γλώσσα βγαίνει από το σχολείο και μπαίνει στο στόχαστρο γενικά. Η χρήση των ελληνικών σε δημόσιες επιγραφές περιορίζεται. Χαρακτηριστικές πινακίδες σβήνονται, αντικαθίστανται με ιταλικά τοπωνύμια. Οτιδήποτε μυρίζει ελληνικότητα –από το όνομα ενός συλλόγου μέχρι το περιεχόμενο μιας ενοριακής εφημερίδας– περνά από λογοκρισία. Η ιδέα είναι απλή: αν κόψεις τη γλώσσα από τα σχολεία και τη δημόσια σφαίρα, μέσα σε μία-δύο γενιές η ελληνική ταυτότητα θα έχει γίνει κάτι αχνό, οικογενειακό, χωρίς πολιτικό βάρος.

Τα Σύγχρονα «Κρυφά Σχολειά»: Ενορίες, Σαλόνια και Αποθήκες

Οι Δωδεκανήσιοι, όμως, δεν είχαν καμία διάθεση να γίνουν «καλοί Ιταλοί υπήκοοι». Εκεί κάπου γεννιέται, σχεδόν αυθόρμητα, το νέο κρυφό σχολειό. Όχι με φεγγαράκι και λαδολύχνο, αλλά με κατηχητικά, με απογευματινά «μαθήματα στο σπίτι», με μισά λόγια μέσα στην εκκλησία. Οι ιερείς αναλαμβάνουν ξανά τον ρόλο του δασκάλου. Όπου υπάρχει ενορία, υπάρχει και δυνατότητα να στήσεις μια μικρή σχολική γωνιά: ένα τραπέζι στο πατάρι, μια σειρά καρεκλάκια στο ιερό, μια αίθουσα κατηχητικού που τα απογεύματα γίνεται αίθουσα ελληνικών.

Συχνά η κάλυψη είναι θρησκευτική: «πάμε στο κατηχητικό». Οι Ιταλοί, φαινομενικά, δεν έχουν λόγο να απαγορεύσουν το θρήσκευμα – άλλωστε το φασιστικό καθεστώς στηρίζεται σε μια μορφή συμφωνίας με το Βατικανό. Μέσα σε αυτό το κενό, τα κατηχητικά της Ρόδου, της Κω, της Καλύμνου μετατρέπονται σε μικρά, πεισματάρικα ελληνικά σχολεία. Εκεί τα παιδιά διαβάζουν κρυφά τα παλιά αναγνωστικά, μαθαίνουν ποιήματα για την 25η Μαρτίου, ακούνε ιστορίες για τον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη που δεν υπάρχουν πια στα επίσημα βιβλία.

Οι δάσκαλοι δεν εξαφανίζονται. Πολλοί χάνουν τη θέση τους στα επίσημα σχολεία ή υποχρεώνονται να διδάσκουν στα ιταλικά. Άλλοι, όμως, δουλεύουν σχεδόν στην παρανομία. Διδάσκουν σε σπίτια – σε σαλόνια που τα βράδια σβήνουν τα φώτα μόλις ακουστεί βήμα στο στενό, σε αποθήκες με ένα παλιό θρανίο και μια κιμωλία σε ξύλο, σε αυλές όπου τα μισά παιδιά παίζουν κι άλλα μισά, δίπλα σ’ έναν τοίχο, συλλαβίζουν ελληνικά. Η αμοιβή είναι συχνά συμβολική – ένα τσουβάλι πατάτες, λίγο λάδι, μερικά αυγά. Η πραγματική «πληρωμή» είναι ότι οι γονείς αισθάνονται πως δεν προδίδουν τα δικά τους σχολεία και τη δική τους ιστορία.

Οι ιστορίες από εκείνα τα χρόνια είναι πολλές και μοιάζουν μεταξύ τους. Παιδιά που στο επίσημο σχολείο σηκώνονται και απαγγέλλουν Ιταλικούς ύμνους, αλλά στο «άλλο» σχολείο, το κρυφό, λένε «Θούριον» του Ρήγα. Γονείς που φωνάζουν τα παιδιά τους ψιθυριστά, να μη δώσουν στόχο στη γειτονιά. Ιερείς που προσποιούνται ότι μιλούν μόνο για το Ευαγγέλιο και στην πραγματικότητα δείχνουν στα παιδιά πώς γράφεται σωστά η οξεία και η περισπωμένη. Μερικές φορές, η «αποκάλυψη» ενός τέτοιου αυτοσχέδιου σχολείου φέρνει πρόστιμα, συλλήψεις, απειλές. Αλλά η χρήση της εκκλησίας και της ιδιωτικής κατοικίας ως χώρου παιδείας κάνει την καταστολή πιο δύσκολη. Δεν μπορείς να φυλακίσεις έναν λαό ολόκληρο.

Ο Πόλεμος, οι Ρωγμές της Λογοκρισίας και η Ένωση

Κάποιοι Ιταλοί διοικητικοί καταλαβαίνουν καλά τι συμβαίνει. Σε εκθέσεις τους παραπονιούνται ότι «το ελληνικό πνεύμα» είναι επίμονο, ότι οι ιερείς «δηλητηριάζουν» τα παιδιά με ελληνικές ιδέες. Όμως έχουν να διαχειριστούν και άλλες προτεραιότητες – την άνοδο του πολέμου, την οικονομική κρίση, τις δικές τους πολιτικές ισορροπίες. Έτσι, η καταστολή άλλοτε φουντώνει, άλλοτε χαλαρώνει. Στις χαραμάδες αυτής της ασυνέχειας, τα κρυφά σχολειά συνεχίζουν.

Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ρευστή. Η Ιταλία βυθίζεται στον πόλεμο, η ήττα πλησιάζει, το ενδιαφέρον της κεντρικής διοίκησης για τη γλωσσική πειθαρχία υποχωρεί. Στα νησιά, οι κάτοικοι έχουν καταλάβει ότι η Ιταλοκρατία έχει ημερομηνία λήξης. Η κρυφή ελληνική παιδεία αποκτά τότε σχεδόν πανδημικό χαρακτήρα: ό,τι δεν πρόλαβε να πει ανοιχτά, το λέει τώρα στα γρήγορα, για να προλάβει τη στιγμή που θα ξανανοίξουν τα ελληνικά σχολεία.

Όταν τελικά η Ιταλία καταρρέει και τα Δωδεκάνησα περνούν από γερμανική και στη συνέχεια συμμαχική κατοχή, το έδαφος έχει ήδη στρωθεί. Το 1947–48, με την επίσημη Ένωση με την Ελλάδα, τα σχολεία ανοίγουν πάλι με ελληνικές ταμπέλες, ελληνικά βιβλία, ελληνικές γιορτές. Τα παιδιά που τότε σηκώνουν τη σημαία και τραγουδούν τον εθνικό ύμνο είναι ακριβώς εκείνα που έμαθαν τα πρώτα τους ελληνικά όχι σε κάποια «κανονική» τάξη, αλλά σε κατηχητικά, σε αποθήκες, σε σαλόνια που έκλειναν τις κουρτίνες.

Ιστορικά Διδάγματα: Αποδομώντας τον Μύθο της «Αποδόμησης»

Γιατί έχει σημασία σήμερα αυτή η ιστορία; Πρώτον, γιατί αποδεικνύει στην πράξη ότι το σχήμα «κρυφό σχολειό» δεν είναι φαντασιοπληξία. Όταν ένα καθεστώς κόβει τη γλώσσα και την παιδεία ενός λαού, η αντίδραση είναι σχεδόν πάντα η ίδια: η εκπαίδευση περνά στην αφάνεια, στα σπίτια, στις εκκλησίες, στα διαλείμματα. Δεύτερον, γιατί δείχνει πόσο φτωχή είναι η συζήτηση όταν περιορίζεται σε ένα ναι ή όχι για την Οθωμανική περίοδο, αγνοώντας ότι μόλις πριν από μερικές δεκαετίες, σε ελληνικό έδαφος, οι ίδιοι οι Ιταλοί έφτιαξαν τις συνθήκες για να υπάρξουν –χωρίς εισαγωγικά– κρυφά σχολειά.

Και, τρίτον, γιατί βάζει σε μια σειρά την ίδια τη συζήτηση για τους «μύθους» και την «αποδόμηση». Άλλο πράγμα να λες «ο πίνακας του Γύζη ωραιοποιεί». Άλλο πράγμα να φτάνεις στο άλλο άκρο και να παρουσιάζεις κάθε αναφορά σε κρυφό σχολείο ως σκοταδιστική φαντασίωση. Όταν έχεις την εμπειρία των Δωδεκανήσων στον 20ό αιώνα, με διατάγματα, με λογοκρισία, με κλειστά σχολεία και τιμωρημένα ελληνικά, είναι πολύ πιο δύσκολο να αγνοήσεις ότι και σε άλλες εποχές, με λιγότερη γραφειοκρατία και περισσότερη αυθαιρεσία, η παιδεία μπορεί να χρειάστηκε να κρυφτεί.

Αν κάτι μένει από εκείνη την περίοδο στα νησιά, δεν είναι μόνο η ανάμνηση της σημαίας που υψώθηκε το ’48. Είναι και η μνήμη των γιαγιάδων και των παππούδων που λένε ακόμη στα εγγόνια τους: «Εμείς τα ελληνικά τα μάθαμε στο κρυφό σχολειό». Και μπορεί ο όρος να μην ταιριάζει ακριβώς με τη σχολική εικονογραφία του 19ου αιώνα, αλλά περιγράφει με ακρίβεια μια πολύ συγκεκριμένη εμπειρία: την εμπειρία ανθρώπων που, για να κρατήσουν ζωντανή τη γλώσσα τους, χρειάστηκε να τη μάθουν ψιθυριστά.