Κρυφό σχολειό: Κι όμως υπήρξε! – Πως οι πηγές διαψεύδουν τους «μύθους» των σύγχρονων αναθεωρητών

Κρυφό σχολειό: Κι όμως υπήρξε! – Πως οι πηγές διαψεύδουν τους «μύθους» των σύγχρονων αναθεωρητών

Για δεκαετίες η συζήτηση για το κρυφό σχολειό έχει παγιδευτεί σε ένα ψευτοδίλημμα: «ή μύθος ή πραγματικότητα». Από τη μια, η κλασική εθνική αφήγηση με τον Γύζη, τον Πολέμη και το «Φεγγαράκι μου λαμπρό». Από την άλλη, η μεταπολιτευτική «αποδόμηση», που επέβαλε τη γραμμή ότι «τίποτα δεν υπήρξε, όλα είναι εφεύρημα του 19ου αιώνα».

σχετικά άρθρα

Στη δεύτερη σχολή, κεντρικό ρόλο έπαιξε ο φιλόλογος Άλκης Αγγέλου με το βιβλίο του «Το κρυφό σχολειό. Χρονικό ενός μύθου» (1997), το οποίο έγινε σχεδόν «ιερό κείμενο» για όσους ήθελαν να ξηλώσουν κάθε παραδοσιακό στοιχείο από την εθνική μνήμη. Όμως, αν κοιτάξουμε σοβαρά τις πηγές, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη – και πολύ πιο σκληρή – από αυτό το εύκολο «δεν υπήρξε ποτέ τίποτα».

Ο Άλκης Αγγέλου έκανε κάτι χρήσιμο: έδειξε πώς, στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, η εικόνα του κρυφού σχολειού φορτίστηκε συμβολικά, πώς ο πίνακας του Γύζη και το ποίημα του Πολέμη τροφοδότησαν την εθνική αγιογραφία, πώς η Εκκλησία και το κράτος αξιοποίησαν αυτό το σύμβολο στην εκπαιδευτική πολιτική. Από αυτό, όμως, δεν προκύπτει ότι δεν υπήρξε καθόλου κρυφή εκπαίδευση, ούτε ότι η Οθωμανική πραγματικότητα ήταν μια ουδέτερη, σχεδόν… ανοικτή κοινωνία, όπως συχνά υπονοεί η «αποδομητική» ανάγνωση. Το ότι ο μύθος διογκώθηκε, δεν σημαίνει ότι δεν πατά πάνω σε πραγματικά βιώματα.

Το οθωμανικό καθεστώς: Διαφθορά και αυθαιρεσία, όχι κράτος δικαίου

Αντί να ξεκινήσουμε από τον Γύζη, ας ξεκινήσουμε από την πραγματικότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τυπικά, δεν υπάρχει γενικό σουλτανικό διάταγμα που να απαγορεύει την ελληνική παιδεία. Το Πατριαρχείο αναγνωρίζεται ως κεφαλή του «Rum millet» και έχει δικαίωμα να οργανώνει εκκλησιαστική εκπαίδευση. Αυτή η εικόνα είναι η βάση πάνω στην οποία πάτησαν Αγγέλου και επίγονοι για να πουν «άρα, κανένα κρυφό σχολειό». Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ανάγνωση αντιμετωπίζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία σαν σύγχρονο κράτος δικαίου, με ενιαία εφαρμογή κανόνων. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα μωσαϊκό τοπικών εξουσιών, διαφθοράς και αυθαιρεσίας. Εκεί, στη διαφορά ανάμεσα στο «γράμμα» και στην πράξη, κρύβεται το κρυφό σχολειό.

Ήδη από τα μέσα του 15ου αιώνα, λίγα μόλις χρόνια μετά την Άλωση, βλέπουμε τη γνώση να σπρώχνεται στην αφάνεια. Ο λόγιος Μανουήλ Χριστώνυμος –ο μετέπειτα πατριάρχης Μάξιμος Γ΄– δεν διδάσκει σε οργανωμένο σχολείο, αλλά «κατ’ οίκον» σε παιδιά επιφανών οικογενειών, σε ένα κλίμα ανασφάλειας, δημεύσεων περιουσιών και φόβου. Δεν έχουμε εδώ τον ρομαντισμό του πίνακα, αλλά μια πολύ πεζή πραγματικότητα: η παιδεία περιορίζεται σε σπίτια προκρίτων, κελιά μοναστηριών, νάρθηκες εκκλησιών. Είναι «κρυφή» όχι γιατί υπάρχει νόμος που λέει «απαγορεύεται», αλλά γιατί η ήττα και η κατοχή έχουν διαλύσει τις δομές και έχουν κάνει την ανοιχτή, ορατή εκπαίδευση επικίνδυνη.

Στους επόμενους αιώνες, οι επιστολές λογίων της εποχής, όπως του Θεοδόσιου Ζυγομαλά, περιγράφουν έναν κόσμο όπου η ανώτερη παιδεία είναι προνόμιο ελάχιστων και η στοιχειώδης μόρφωση δίνεται με φόβο και φειδώ. Ναι, στα μεγάλα αστικά κέντρα –Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ιωάννινα– αναπτύσσονται σχολεία με τη στήριξη εμπόρων και διασποράς. Στην ενδοχώρα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική: λίγοι παπάδες-δάσκαλοι, βιβλία δυσεύρετα, κτίρια ανύπαρκτα, εξάρτηση από την καλή ή κακή διάθεση του τοπικού αγά. Αυτό το άνισο τοπίο ο Αγγέλου το περνά μάλλον επιδερμικά, γιατί δεν τον ενδιαφέρει τόσο η κοινωνική πραγματικότητα, όσο η αποδόμηση του συμβόλου.

Τα ντοκουμέντα των εκβιασμών και η απάντηση των ιστορικών

Το κλειδί βρίσκεται στη σχέση παιδείας και τοπικής οθωμανικής εξουσίας. Υπάρχουν σαφείς περιπτώσεις, όπως το περίφημο φιρμάνι της Κασταμονής τον 17ο αιώνα, όπου η κεντρική εξουσία καταγγέλλει τοπικούς αξιωματούχους που εισβάλλουν σε σπίτια χριστιανών, τους εκβιάζουν και τους τιμωρούν επειδή διδάσκουν στα παιδιά τους Ευαγγέλια και ελληνικά γράμματα. Τυπικά, η Πύλη λέει «μην το κάνετε αυτό». Πρακτικά, όμως, παραδέχεται ότι η κατ’ οίκον διδασκαλία θεωρείται από πολλούς αγάδες προσχηματικό «αδίκημα» για να αρπάξουν χρήματα ή να κρατήσουν τον πληθυσμό στο σκοτάδι. Εδώ, λοιπόν, τι έχουμε; Μια θεωρητικά ανεκτή παιδεία, που όμως στην πράξη συχνά αναγκάζεται να γίνεται «στα κρυφά» για να γλιτώσει από τον εκβιασμό.

Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνουν ο Γιώργος Κεκαυμένος και ο Δημήτρης Σταθακόπουλος, προσπαθώντας να ισορροπήσουν την εικόνα. Ο πρώτος, με το «Το Κρυφό Σχολείο. Το χρονικό μιας ιστορίας», δείχνει ότι πέρα από τη μυθολογία υπάρχει μια πυκνή αλυσίδα πηγών: μαρτυρίες για οικοδιδασκαλία, για παπάδες που μαθαίνουν γράμματα σε παιδιά στην εκκλησία, για τοπικούς αγάδες που κλείνουν σχολεία ή αρπάζουν τα έσοδά τους. Ο δεύτερος, ως οθωμανολόγος, επιμένει ότι το σχήμα «δεν υπήρχε νόμος, άρα δεν υπήρχε καταπίεση» είναι ιστορικά ανέντιμο: σε ένα σύστημα βαθιά πελατειακό και διεφθαρμένο, η απουσία ρητής απαγόρευσης δεν σημαίνει ελευθερία, σημαίνει ότι η καταπίεση περνά μέσα από την αυθαιρεσία των τοπικών παραγόντων.

Διώξεις, εκτελέσεις και η θυσία του Κοσμά του Αιτωλού

Από την άλλη, όποιος θέλει να αποδείξει ότι κρυφό σχολειό «δεν υπήρξε ποτέ», συνήθως αποσιωπά ένα ολόκληρο σώμα πηγών που μιλούν για διώξεις, διωγμούς και εκτελέσεις πνευματικών ανθρώπων. Η περίπτωση του Κοσμά του Αιτωλού είναι η πιο χαρακτηριστική. Ένας άνθρωπος που πέρασε τη ζωή του ιδρύοντας σχολεία, διδάσκοντας τη σημασία της γλώσσας και της παιδείας, κρεμιέται το 1779 με την κατηγορία ότι είναι πράκτορας των Ρώσων και υποκινητής ταραχών. Στα χαρτιά, δεν εκτελείται ως «δάσκαλος». Στην ουσία, όμως, αυτό που ενοχλεί είναι ακριβώς το ότι ξυπνά συνειδήσεις και ανοίγει σχολεία σε περιοχές όπου ο αμόρφωτος πληθυσμός βολεύει την εξουσία.

Το ίδιο μοτίβο βλέπουμε σε περιόδους κρίσης, όπως η Κυπριακή τραγωδία του 1821, όπου το σύνολο σχεδόν της εκκλησιαστικής και πνευματικής ηγεσίας του νησιού εκτελείται προληπτικά. Μητροπολίτες, ιερείς, δάσκαλοι πέφτουν θύματα μιας λογικής που θεωρεί την παιδεία και την πνευματική ηγεσία κίνδυνο. Δεν χρειάζεται να υπάρχει διάταγμα «απαγορεύεται το σχολείο» για να καταλάβει κανείς ότι, για να επιβιώσει η ελληνική παιδεία, έπρεπε συχνά να δρά «κάτω από τα ραντάρ».

Μια πραγματική εμπειρία που δεν σβήνεται με ιδεολογήματα

Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται η ουσία της διαφωνίας με τον Αγγέλου και τη σχολή του. Δεν αρκεί να αποκαλύψεις πώς φτιάχτηκε ένας μύθος. Οφείλεις να δεις και τι πραγματικότητα τον γέννησε. Το κρυφό σχολειό, ως εικόνα με φεγγαράκια και λαδολύχνους, είναι ασφαλώς προϊόν μιας μεταγενέστερης εθνικής ρομαντικοποίησης. Ως εμπειρία όμως –του να μαθαίνεις γράμματα σε σπίτια, σε νάρθηκες, υπό την απειλή του αγά, χωρίς καμία θεσμική προστασία– είναι απολύτως πραγματικό για γενιές Ρωμιών. Το να το σβήνεις με ένα «μύθος» δεν είναι ιστορική νηφαλιότητα· είναι ιδεολογική επιλογή.

Και αν κάποιος θέλει ένα απολύτως καθαρό, σύγχρονο παράδειγμα του τι σημαίνει «απαγόρευση ελληνικής παιδείας» και «κρυφό σχολείο», ας κοιτάξει όχι πίσω στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά μπροστά, στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα. Εκεί, στις αρχές του 20ού αιώνα, έχουμε επιτέλους αυτό που οι οθωμανικές πηγές σπάνια προσφέρουν: ρητή, ξεκάθαρη, θεσμοθετημένη απαγόρευση. Το ιταλικό καθεστώς επιβάλλει σταδιακά την κατάργηση της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία, αντικαθιστά τα ελληνικά βιβλία με ιταλικά, περιορίζει και στη συνέχεια απαγορεύει πλήρως τη λειτουργία ελληνικών εκπαιδευτηρίων. Οι Έλληνες δάσκαλοι διώκονται, οι ιερείς που επιμένουν να διδάσκουν ελληνικά τιμωρούνται, και η μόνη διέξοδος για να συνεχίσουν τα παιδιά να μαθαίνουν τη γλώσσα τους είναι –τι άλλο;– η κρυφή διδασκαλία σε σπίτια και εκκλησίες, τα πραγματικά «κρυφά σχολειά» του 20ού αιώνα.

Το παράδειγμα των Δωδεκανήσων είναι αποκαλυπτικό για δύο λόγους. Πρώτον, δείχνει ότι η ιδέα του «κρυφού σχολειού» δεν είναι καθόλου παράλογη σε συνθήκες κατοχής και εθνικής καταπίεσης: όταν απαγορεύεις την παιδεία ενός λαού, εκείνος θα την μεταφέρει αναγκαστικά στην παρανομία. Δεύτερον, δείχνει πόσο προβληματικό είναι να εξιδανικεύεις την οθωμανική περίοδο ως δήθεν ανώδυνη, την ώρα που έχουμε μπροστά μας νεότερα, πλήρως τεκμηριωμένα παραδείγματα αποικιοκρατικών καθεστώτων που έκαναν ακριβώς αυτό που –όψιμοι «αποδομητές»– θεωρούν αδιανόητο για τους Οθωμανούς.

Το λάθος ερώτημα και η απάντηση της Ιστορίας

Στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα «υπήρξε ή όχι κρυφό σχολειό» είναι λάθος διατυπωμένο. Το σωστό ερώτημα είναι: σε ποιο βαθμό και με ποιες μορφές η ελληνική παιδεία, σε συνθήκες ξένης κυριαρχίας, αναγκάστηκε να λειτουργήσει στο περιθώριο, κόντρα σε απαγορεύσεις, εκβιασμούς και φόβο; Εκεί, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: ναι, υπήρξε κρυφή εκπαίδευση. Ναι, υπήρξαν δάσκαλοι και παπάδες που δίδασκαν στα κρυφά, άλλοτε υπό Οθωμανούς, άλλοτε υπό Ιταλούς. Και ναι, ο μύθος του κρυφού σχολειού, όσο κι αν ωραιοποιήθηκε, πατά πάνω σε μια ζωντανή, επώδυνη ιστορική εμπειρία που δεν σβήνεται με μια φράση περί «ιδεολογημάτων».

Από την Τουρκοκρατία στην Ιταλοκρατία: Τα πραγματικά κρυφά σχολειά

  • Στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας Η λειτουργία ελληνικών σχολείων τυπικά επιτρεπόταν, αλλά στην πράξη εξαρτιόταν από τη διάθεση και την απληστία των τοπικών Οθωμανών αξιωματούχων. Σε πολλές περιοχές, όπως μαρτυρούν πηγές για τα Δωδεκάνησα, η ίδρυση και λειτουργία σχολείων απαιτούσε «τεράστια ποσά» για χρηματισμούς, γεγονός που ωθούσε τις κοινότητες στη λύση των άτυπων, παράνομων σχολείων – ένα είδος κρυφής εκπαίδευσης μέσα στην ίδια την Τουρκοκρατία.
  • Η φασιστική Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα (1912–1943) Οι Ιταλοί ξεκίνησαν «ήπια», όμως από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 η πολιτική άλλαξε ριζικά: η ελληνική γλώσσα υποβαθμίστηκε σε «lingua locale», προαιρετικό μάθημα χωρίς βιβλία μέχρι την Γ΄ Δημοτικού, ενώ η διδασκαλία όλων των μαθημάτων γινόταν υποχρεωτικά στα ιταλικά. Δάσκαλοι και μαθητές υποχρεώθηκαν να μιλούν μόνο ιταλικά ακόμη και στα διαλείμματα, με βαριά πρόστιμα, απολύσεις και ποινές για όσους χρησιμοποιούσαν ελληνικά.
  • Ρητή απαγόρευση της ελληνικής παιδείας Σταδιακά, τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν ή μετατράπηκαν σε ιταλικά, ενώ όλα τα ελληνικά έντυπα απαγορεύτηκαν. Σε περιβάλλον όπου η χρήση της ελληνικής γλώσσας τιμωρούνταν με πρόστιμα, φυλάκιση και διοικητικές ποινές, η ελληνική εκπαίδευση δεν μπορούσε παρά να περάσει στην παρανομία.
  • Τα πραγματικά «κρυφά σχολειά» του 20ού αιώνα Η απάντηση των νησιωτών ήταν η δημιουργία ενός σύγχρονου τύπου κρυφού σχολειού: τα κατηχητικά μετατράπηκαν σε άτυπα ελληνικά σχολεία, όπου κάτω από τα ράσα και το πρόσχημα της θρησκευτικής διδασκαλίας διδάσκονταν γλώσσα, ιστορία και στοιχειώδη γράμματα στα ελληνικά. Έλληνες δάσκαλοι και ιερείς, συχνά αμισθί, κρατούσαν ζωντανή την ελληνική παιδεία μακριά από τα μάτια της ιταλικής διοίκησης, μέχρι την αποχώρηση των Ιταλών και το άνοιγμα ξανά των ελληνικών σχολείων κατά τη γερμανική κατοχή.
  • Το μάθημα της Δωδεκανήσου Η εμπειρία των Δωδεκανήσων δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο τι σημαίνει πραγματική απαγόρευση ελληνικής παιδείας: όχι θεωρητικές συζητήσεις, αλλά κλείσιμο σχολείων, ποινικοποίηση της γλώσσας, βία και καταναγκασμός. Δείχνει επίσης γιατί ο όρος «κρυφό σχολειό» δεν είναι απλώς μια «ρομαντική εφεύρεση», αλλά ένα απολύτως λογικό και ιστορικά τεκμηριωμένο σχήμα για το πώς αντιδρά ένας λαός όταν του κόβουν την παιδεία.