Πώς οι Χούθι εγκλώβισαν τη Σαουδική Αραβία στον πόλεμο της Υεμένης
Η ανατροπή των ισορροπιών στο πεδίο της μάχης, η εμπλοκή του άξονα Ιράν-Πακιστάν και το στρατηγικό αδιέξοδο του Ριάντ εν μέσω των νέων γεωπολιτικών δεδομένων.
Μέχρι πριν από λίγες ημέρες, η εικόνα στο πεδίο των μαχών της Υεμένης έδινε την εντύπωση πως η Σαουδική Αραβία είχε ανακτήσει το στρατηγικό πλεονέκτημα απέναντι στους αντάρτες Χούθι. Οι σαουδαραβικές αεροπορικές επιδρομές είχαν καταφέρει να εκτοπίσουν τους αντάρτες από θέσεις που μόλις είχαν καταλάβει, ενώ οι δυνάμεις της κυβέρνησης της Υεμένης είχαν ξεκινήσει μια συντονισμένη απώθησή τους κατά μήκος της ακτογραμμής. Παράλληλα, η ενεργοποίηση ισχυρών συμμάχων, όπως το Πακιστάν και η Τουρκία, έδειχνε να γέρνει οριστικά την πλάστιγγα υπέρ του Ριάντ.
Ωστόσο, τα δεδομένα των τελευταίων εικοσιτετραώρων αποδεικνύουν πως η κατάσταση στο μέτωπο παραμένει εξαιρετικά ρευστή. Οι Χούθι κατάφεραν να ανασυνταχθούν, να πλήξουν καίρια το αεροδρόμιο του Ριάντ και να προκαλέσουν ρήγματα στις περιφερειακές συμμαχίες της Σαουδικής Αραβίας, εγκλωβίζοντας το βασίλειο σε ένα νέο διπλωματικό και στρατιωτικό αδιέξοδο.
Το ιστορικό μιας παρατεταμένης σύγκρουσης
Για να γίνει κατανοητή η σημερινή ανάφλεξη, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στις ρίζες της σύγκρουσης. Ο πόλεμος μαίνεται ουσιαστικά από το 2015, όταν η Σαουδική Αραβία αποφάσισε να παρέμβει στον εμφύλιο της Υεμένης στο πλευρό της αναγνωρισμένης κυβέρνησης. Ο βασικός στόχος του Ριάντ ήταν να αποτρέψει τους Χούθι, οι οποίοι εκείνη την περίοδο έδειχναν έτοιμοι να επικρατήσουν ολοκληρωτικά, από το να θέσουν υπό τον έλεγχό τους ολόκληρη τη χώρα.
![]()
Η επέμβαση υπαγορεύτηκε από αυστηρά γεωπολιτικά και θρησκευτικά κίνητρα. Η σουνιτική Σαουδική Αραβία θεωρούσε αδιανόητη τη δημιουργία ενός σιιτικού κράτους υπό τον έλεγχο των ανταρτών στα νότια σύνορά της. Επιπλέον, οι στενοί δεσμοί των Χούθι με το Ιράν, τον μόνιμο περιφερειακό ανταγωνιστή του Ριάντ, αποτελούσαν μια διαρκή απειλή. Με την πάροδο του χρόνου, η σύγκρουση εξελίχθηκε σε έναν πόλεμο φθοράς. Οι αντάρτες εδραίωσαν τον έλεγχό τους στη δυτική Υεμένη, όπου συγκεντρώνεται ο κύριος όγκος του πληθυσμού, περιορίζοντας τις κυβερνητικές δυνάμεις σε απομονωμένους θύλακες στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Η εκεχειρία του Απριλίου του 2022 προσέφερε μια προσωρινή σταθερότητα, η οποία άντεξε αξιοσημείωτα ακόμα και μετά τις γενικότερες γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή.
Το τέλος της εκεχειρίας και η κλιμάκωση
Η εύθραυστη ισορροπία ανατράπηκε τον περασμένο Ιούλιο. Αφορμή στάθηκε η διοργάνωση από τους Χούθι της πρώτης απευθείας πτήσης προς το Ιράν από το 2015, γεγονός που προκάλεσε την άμεση στρατιωτική αντίδραση των Σαουδαράβων, οι οποίοι βομβάρδισαν το αεροδρόμιο της Σαναά. Αυτό το γεγονός σηματοδότησε την έναρξη της νέας σύγκρουσης, η οποία χαρακτηρίστηκε από εκατέρωθεν αεροπορικά χτυπήματα. Παράλληλα, οι Χούθι επέβαλαν εμπορικό αποκλεισμό στα πλοία που κατευθύνονταν προς τα σαουδαραβικά λιμάνια, εξαπολύοντας επιθέσεις στα στρατηγικά στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ.

Η επόμενη φάση εκτυλίχθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου, όταν οι αντάρτες εξαπέλυσαν μια ευρεία χερσαία επίθεση στις δυτικές ακτές, με στόχο την πλήρη εδραίωση του ελέγχου τους στην Ερυθρά Θάλασσα. Η προέλασή τους υπήρξε ταχύτατη: κατέλαβαν τα νησιά Χανίς στο νοτιοδυτικό άκρο της Υεμένης, πήραν τον έλεγχο των πόλεων Μόκα και Μοράντ και στη συνέχεια κινήθηκαν ανατολικά, περικυκλώνοντας την πόλη Ταΐζ, ένα από τα τελευταία σημαντικά αστικά κέντρα που παρέμεναν υπό τον έλεγχο των κυβερνητικών δυνάμεων. Σε εκείνο το χρονικό σημείο, η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκε ξεκάθαρα στους αντάρτες.
Η αντεπίθεση και η συμμαχία της Μέκκας
Η απάντηση της Υεμένης και της Σαουδικής Αραβίας εκδηλώθηκε στις αρχές Οκτωβρίου. Η κυβέρνηση της Υεμένης ανακοίνωσε μια ευρεία στρατιωτική επιχείρηση, όχι μόνο για την ανακατάληψη των απωλεσθέντων εδαφών, αλλά για την πλήρη εκδίωξη των Χούθι. Αρχικά, η επιχείρηση έδειχνε να αποδίδει καρπούς. Με την καθοριστική κάλυψη της σαουδαραβικής πολεμικής αεροπορίας, οι κυβερνητικές δυνάμεις κατάφεραν να διασπάσουν τις γραμμές των ανταρτών στα παράλια.
Ταυτόχρονα, το Ριάντ προχώρησε σε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού και γεωπολιτικής ουσίας: την ενεργοποίηση της Συμμαχίας της Μέκκας. Πρόκειται για ένα τριμερές σύμφωνο ασφαλείας μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, του Πακιστάν και της Τουρκίας, το οποίο περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας άμυνας στα πρότυπα του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ. Η ανακοίνωση ότι η Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ -το οποίο ήδη διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο βασίλειο από τα τέλη της δεκαετίας του 1970- θα ενίσχυαν την παρουσία τους, ερμηνεύτηκε ως σαφές αποτρεπτικό μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση. Ήταν μια δήλωση πλαισίωσης του Ριάντ έναντι του Ιράν και των συμμάχων του.
Η νέα ανατροπή και το χτύπημα στο Ριάντ
Η εικόνα υπεροχής της Σαουδικής Αραβίας αποδείχθηκε βραχύβια. Τις τελευταίες ημέρες, οι Χούθι κατάφεραν να ανακόψουν αποφασιστικά την κυβερνητική προέλαση στις ακτές, κρατώντας σταθερά τη γραμμή άμυνας στην περιοχή του Ντουμπάμπ. Παράλληλα, οι δυνάμεις της Υεμένης απέτυχαν να σπάσουν την πολιορκία της Ταΐζ. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ένα δομικό πρόβλημα των επιχειρήσεων: ενώ η σαουδαραβική αεροπορική κάλυψη είναι αποτελεσματική σε ανοιχτά εδάφη και ακτογραμμές, αποδεικνύεται ελάχιστα αποδοτική στις ορεινές και ηπειρωτικές περιοχές όπου οι αντάρτες πλεονεκτούν.
Το καθοριστικότερο γεγονός, ωστόσο, καταγράφηκε εκτός των συνόρων της Υεμένης. Οι Χούθι προχώρησαν σε μια ακραία κλιμάκωση, εξαπολύοντας επίθεση στο αεροδρόμιο του Ριάντ το περασμένο Σάββατο. Ο βαρύς απολογισμός των 13 νεκρών και των περισσοτέρων από 300 τραυματιών καθιστά το χτύπημα αυτό την πιο πολύνεκρη επίθεση στο έδαφος της Σαουδικής Αραβίας εδώ και πάνω από μία δεκαετία. Η επίθεση κατέδειξε τα κενά στο σαουδαραβικό σύστημα αεράμυνας και υπογράμμισε την αναβαθμισμένη ικανότητα των ανταρτών να πλήττουν στρατηγικούς στόχους στον πυρήνα του αντιπάλου τους.

Η γεωπολιτική σκακιέρα: Πακιστάν, Ιράν και ΗΠΑ
Εκτός από την πίεση στο μέτωπο, η Σαουδική Αραβία καλείται να διαχειριστεί ένα σύνθετο διπλωματικό σκηνικό. Το περασμένο Σαββατοκύριακο, το Υπουργείο Πληροφοριών του Πακιστάν, επικαλούμενο ανώτατες στρατιωτικές πηγές, διέψευσε κατηγορηματικά ρεπορτάζ των New York Times που ανέφερε ότι πακιστανικά μαχητικά αεροσκάφη συμμετέχουν στις επιχειρήσεις κατά των Χούθι. Η αντίδραση αυτή αποκαλύπτει την απροθυμία του Ισλαμαμπάντ να εμπλακεί σε άμεσες πολεμικές συγκρούσεις, προκειμένου να μην διαταράξει τις εύθραυστες ισορροπίες του με το Ιράν.
Ο ρόλος της Τεχεράνης σε αυτό το σημείο είναι κομβικός. Λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση της Συμμαχίας της Μέκκας, το Ιράν προσέγγισε την κυβέρνηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, προσφέροντάς τους παραχώρηση εκτάσεων στο στρατηγικό λιμάνι Τσαμπαχάρ. Αν και επισήμως η κίνηση αφορούσε την ενίσχυση του θαλάσσιου εμπορίου, το γεωπολιτικό μήνυμα ήταν σαφές: εάν το Πακιστάν προκαλέσει πλήγματα στους Χούθι, η Τεχεράνη έχει τη δυνατότητα να ανταποδώσει υποστηρίζοντας τους Ταλιμπάν, οι οποίοι βρίσκονται σε ανοιχτή σύγκρουση με το Ισλαμαμπάντ τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα, το Ριάντ βρήκε κλειστές πόρτες στην Ουάσιγκτον. Η αμερικανική διοίκηση (υπό τον Ντόναλντ Τραμπ) φέρεται να απέρριψε τα σαουδαραβικά αιτήματα για στρατιωτική συνδρομή, επιλέγοντας να αποφύγει το άνοιγμα νέων μετώπων και να διατηρήσει την προσοχή της στραμμένη αποκλειστικά στο Ιράν.
Το στρατηγικό αδιέξοδο του Ριάντ
Σε αυτή τη συγκυρία, η ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο εξίσου προβληματικές επιλογές. Η πρώτη είναι η επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων σε μια προσπάθεια εξεύρεσης ειρηνευτικής φόρμουλας. Ωστόσο, μια τέτοια κίνηση υπό τις παρούσες συνθήκες θα ισοδυναμούσε με συνθηκολόγηση. Οι Χούθι ελέγχουν πλέον περισσότερα εδάφη από όσα πριν την κατάρρευση της εκεχειρίας και βρίσκονται σε θέση ισχύος, πράγμα που σημαίνει ότι θα αξιώσουν σκληρές πολιτικές παραχωρήσεις τις οποίες το Ριάντ δύσκολα μπορεί να αποδεχθεί.
Η δεύτερη επιλογή είναι η στρατιωτική κλιμάκωση. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι πως οι αεροπορικές επιδρομές δεν αρκούν για την ανατροπή του σκηνικού. Η μόνη ρεαλιστική στρατιωτική λύση θα απαιτούσε ευρεία ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων. Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο σαουδαραβικός στρατός, ο οποίος στερείται πολύτιμης πολεμικής εμπειρίας σε ασύμμετρες συγκρούσεις, θα βρισκόταν απέναντι σε εμπειροπόλεμους αντάρτες σε ένα εξαιρετικά δύσβατο έδαφος. Το σημαντικότερο, όμως, εμπόδιο είναι ο εσωτερικός αντίκτυπος. Μια χερσαία εισβολή θα έθετε σε κίνδυνο το “κοινωνικό συμβόλαιο” μεταξύ του Οίκου των Σαούντ και των πολιτών, το οποίο βασίζεται στην παροχή σταθερότητας και ευημερίας. Η απαίτηση για εθνικές θυσίες και η αποστολή χιλιάδων στρατιωτών στην Υεμένη θα αποτελούσαν ένα τεράστιο ρίσκο για την εσωτερική συνοχή του βασιλείου, καθιστώντας την έξοδο από τον λαβύρινθο της Υεμένης πιο δύσκολη από ποτέ.
