Πώς ο Τζορτζ Σόρος κέρδισε 1 δισ. δολάρια σε μία ημέρα και έφερε την Τράπεζα της Αγγλίας στο χείλος της κατάρρευσης
Η είσοδος της Βρετανίας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, τα ασφυκτικά υψηλά επιτόκια και η τεράστια κερδοσκοπική επίθεση που οδήγησε στη «Μαύρη Τετάρτη» του 1992
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1992, η Τράπεζα της Αγγλίας έδωσε μία από τις μεγαλύτερες μάχες στην ιστορία των αγορών συναλλάγματος για να προστατεύσει τη βρετανική λίρα. Μέσα σε λίγες ώρες ξόδεψε δισεκατομμύρια, η κυβέρνηση αύξησε δύο φορές τα επιτόκια και οι αγορές συνέχισαν να πουλούν στερλίνες. Το βράδυ, η Βρετανία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, σε μια ημέρα που έμεινε γνωστή ως «Μαύρη Τετάρτη».
Ο άνθρωπος που συνδέθηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο με την κατάρρευση ήταν ο Τζορτζ Σόρος, ο οποίος κέρδισε περίπου 1 δισ. δολάρια σε μία ημέρα ποντάροντας στην πτώση της στερλίνας. Ωστόσο, πίσω από τη διάσημη συναλλαγή βρισκόταν σε μεγάλο βαθμό και ο διαχειριστής χαρτοφυλακίου του, Στάνλεϊ Ντράκενμιλερ, ο οποίος είχε πραγματοποιήσει μεγάλο μέρος της έρευνας που οδήγησε στην τεράστια θέση κατά της λίρας.
Ο Ντράκενμιλερ είχε ξεκινήσει την καριέρα του με έναν μάλλον ασυνήθιστο τρόπο. Εγκατέλειψε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και απέτυχε αρχικά σε πρόγραμμα εκπαίδευσης στελεχών δανειοδοτήσεων στην Pittsburgh National Bank. Ένας ανώτερος αναλυτής όμως διέκρινε τις δυνατότητές του και τον προσέλαβε ως αναλυτή μετοχών.
Το 1988 άρχισε να εργάζεται για τον Σόρος. Η σχέση τους δεν ήταν πάντοτε ομαλή. Το 1989, ο Ντράκενμιλερ είχε αγοράσει ομόλογα και την επόμενη ημέρα διαπίστωσε ότι ο Σόρος είχε πουλήσει τη θέση χωρίς να τον ενημερώσει, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει έντονος καβγάς.
Παρά τις συγκρούσεις, οι δύο άνδρες κατέληξαν να συνεργαστούν σε μία από τις διασημότερες συναλλαγές όλων των εποχών.

Για να γίνει κατανοητό πώς δημιουργήθηκε η ευκαιρία, πρέπει να εξεταστεί ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Συναλλαγματικών Ισοτιμιών – ERM. Το σύστημα αποτελούσε βήμα προς τη μελλοντική ευρωπαϊκή νομισματική ενοποίηση και συνέδεε τα νομίσματα των κρατών της Δυτικής Ευρώπης μεταξύ τους.
Κάθε νόμισμα επιτρεπόταν να κινείται μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος. Εάν έφτανε στα όρια αυτού του εύρους, οι αντίστοιχες κεντρικές τράπεζες έπρεπε να παρέμβουν, αγοράζοντας ή πουλώντας νόμισμα ώστε να επαναφέρουν την ισοτιμία στα προβλεπόμενα επίπεδα.
Το σύστημα διευκόλυνε τις διασυνοριακές συναλλαγές, αλλά είχε ένα μεγάλο μειονέκτημα: διαφορετικές οικονομίες υποχρεώνονταν ουσιαστικά να ακολουθούν παρόμοια νομισματική πολιτική, ακόμη και όταν οι ανάγκες τους ήταν εντελώς διαφορετικές.
Η Μάργκαρετ Θάτσερ είχε αντιταχθεί στην είσοδο της Βρετανίας στον ERM. Ωστόσο, καθώς η βρετανική οικονομία επιβραδυνόταν στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις στο Συντηρητικό Κόμμα ενισχύθηκαν. Ο τότε υπουργός Οικονομικών Τζον Μέιτζορ θεωρούσε ότι η ένταξη θα βοηθούσε την οικονομία.
Τον Οκτώβριο του 1990, η Βρετανία μπήκε τελικά στον ERM σε μια ισοτιμία που αποδείχθηκε ιδιαίτερα υψηλή για μια οικονομία που ήδη επιβραδυνόταν. Λιγότερο από έναν μήνα αργότερα η Θάτσερ παραιτήθηκε και ο Μέιτζορ έγινε πρωθυπουργός.

Η γερμανική επανένωση παγίδευσε τη βρετανική οικονομία
Η ένταξη στον ERM δεν έφερε την οικονομική σταθερότητα που περίμενε η κυβέρνηση. Η Βρετανία είχε ήδη αρχίσει να βυθίζεται σε ύφεση και μέσα στους επόμενους 18 μήνες ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους.
Η υψηλή ισοτιμία της λίρας έκανε δυσκολότερες τις βρετανικές εξαγωγές. Παράλληλα, η κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί υψηλά επιτόκια για να προστατεύει το νόμισμα, παρότι σε συνθήκες ύφεσης η φυσιολογική επιλογή μιας κεντρικής τράπεζας θα ήταν η μείωσή τους.
Τα υψηλά επιτόκια πίεσαν και τα νοικοκυριά. Πολλοί Βρετανοί δυσκολεύονταν να εξυπηρετήσουν τα στεγαστικά τους δάνεια και ορισμένοι αναγκάζονταν να πουλήσουν σπίτια με ζημιές και αρνητική καθαρή θέση.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα βρισκόταν όμως στη Γερμανία. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η Δυτική και η Ανατολική Γερμανία προχώρησαν στην επανένωση. Η κυβέρνηση χρειάστηκε να δαπανήσει τεράστια ποσά για κοινωνικές υπηρεσίες και την ενσωμάτωση μιας πολύ πιο αδύναμης οικονομίας.
Η Bundesbank, φοβούμενη τον πληθωρισμό, αύξησε τα επιτόκια ώστε να προσελκύσει κεφάλαια. Για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες αυτό δημιουργούσε ασφυκτική πίεση. Για να διατηρήσουν τα νομίσματά τους συνδεδεμένα με το γερμανικό μάρκο έπρεπε να κρατούν επίσης υψηλά επιτόκια, ακόμη και όταν οι δικές τους οικονομίες χρειάζονταν ακριβώς το αντίθετο.
Η Βρετανία βρέθηκε έτσι παγιδευμένη. Εάν μείωνε τα επιτόκια, η λίρα θα υποχωρούσε και η χώρα θα έπρεπε πιθανότατα να εγκαταλείψει τον ERM. Η κυβέρνηση του Μέιτζορ, όμως, αρνιόταν κατηγορηματικά την υποτίμηση.
Από το 1990 έως το 1992, η Τράπεζα της Αγγλίας παρενέβαινε επανειλημμένα αγοράζοντας λίρες και καταναλώνοντας συναλλαγματικά αποθέματα. Παρά τις προσπάθειες, η στερλίνα συνέχιζε να αποδυναμώνεται και παρέμενε οριακά μέσα στα επιτρεπόμενα όρια.
Ο Σόρος είχε αντιληφθεί ότι το σύστημα δεν μπορούσε να διατηρηθεί επ’ αόριστον. Από τον Αύγουστο του 1992, μαζί με τον Ντράκενμιλερ άρχισε να δημιουργεί μεγάλες θέσεις κατά της στερλίνας και της ιταλικής λίρας. Δανείζονταν τα συγκεκριμένα νομίσματα, τα πουλούσαν και αγόραζαν γερμανικά μάρκα, με στόχο να τα επαναγοράσουν αργότερα φθηνότερα μετά την υποτίμησή τους.
Μέχρι το τέλος Αυγούστου, η θέση κατά της λίρας είχε φτάσει περίπου το 1,5 δισ. δολάρια, χωρίς ακόμη να έχει σημειωθεί μεγάλη κίνηση.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε τον Σεπτέμβριο. Στις 13 του μήνα η ιταλική λίρα υποτιμήθηκε κατά 7%, ενώ λίγες ημέρες αργότερα ο πρόεδρος της Bundesbank άφησε να εννοηθεί σε συνέντευξή του ότι ενδεχομένως να χρειαζόταν ευρύτερη αναπροσαρμογή των ευρωπαϊκών ισοτιμιών.
Για τον Ντράκενμιλερ αυτό ήταν το σήμα που περίμενε.
Όταν παρουσίασε στον Σόρος την ιδέα να αυξήσουν τη θέση, εκείνος δεν θεωρούσε το μέγεθος αρκετό. Η λογική του ήταν ότι, εφόσον η πιθανή απόδοση ήταν τεράστια και ο κίνδυνος σχετικά περιορισμένος, έπρεπε να κινηθούν πολύ πιο επιθετικά. Η χαρακτηριστική εντολή ήταν να «χτυπήσουν στον λαιμό».
Το συνολικό στοίχημα του fund έφτασε περίπου τα 10 δισ. δολάρια, ενώ διέθετε μόνο 7 δισ. δολάρια ίδια κεφάλαια.

Η «Μαύρη Τετάρτη» και τα 27 δισ. λίρες που δεν έσωσαν το νόμισμα
Το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1992, η Τράπεζα της Αγγλίας βρέθηκε αντιμέτωπη με μαζικές πωλήσεις της στερλίνας.
Αρχικά εγκρίθηκε αγορά 1 δισ. λιρών από την αγορά. Δεν είχε αποτέλεσμα. Μέχρι τις 9 το πρωί είχαν αγοραστεί άλλα 2 δισ. λίρες και ο υπουργός Οικονομικών Νόρμαν Λάμοντ ζήτησε από τον Τζον Μέιτζορ να αυξήσει τα επιτόκια.
Ο πρωθυπουργός αρχικά αρνήθηκε, γνωρίζοντας ότι μια τέτοια κίνηση σε οικονομία που βρισκόταν ήδη σε ύφεση θα ήταν εξαιρετικά επώδυνη. Καθώς όμως η λίρα συνέχιζε να καταρρέει, υποχώρησε.
Στις 11 το πρωί ανακοινώθηκε αύξηση των επιτοκίων κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες. Αντί να πείσει τις αγορές ότι η κυβέρνηση είχε τον έλεγχο, η κίνηση ερμηνεύθηκε ως ένδειξη απελπισίας.
Η Τράπεζα της Αγγλίας διέθετε περίπου 19 δισ. λίρες σε συναλλαγματικά αποθέματα, αλλά σε εκείνο το σημείο ξόδευε περίπου 2 δισ. λίρες την ώρα για να υπερασπιστεί την ισοτιμία.
Δεν πουλούσαν μόνο κερδοσκόποι. Επιχειρήσεις που είχαν έκθεση στη στερλίνα άρχισαν επίσης να εγκαταλείπουν το νόμισμα, καθώς η κατοχή του είχε μετατραπεί σε ένα στοίχημα με μεγάλο κίνδυνο και ελάχιστη πιθανότητα κέρδους.
Μέχρι το τέλος της ημέρας, η Βρετανία είχε αγοράσει συνολικά περίπου 27 δισ. λίρες. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ακόμη μία αύξηση επιτοκίων, αυτή τη φορά στο 15%, όμως ούτε αυτή κατάφερε να σταματήσει την πίεση.
Στην Τράπεζα της Αγγλίας επικράτησε τελικά η άποψη ότι η συνέχιση των παρεμβάσεων θα εξαντλούσε απλώς τα συναλλαγματικά αποθέματα χωρίς να αλλάξει το αποτέλεσμα.
Στις 19:30, η κυβέρνηση παραδέχθηκε την ήττα και ανακοίνωσε ότι αναστέλλει τη συμμετοχή της Βρετανίας στον ERM.
Τις επόμενες ημέρες, η στερλίνα υποχώρησε περίπου 15% έναντι του γερμανικού μάρκου και 25% έναντι του αμερικανικού δολαρίου.
Ο Σόρος και το fund του κέρδισαν περίπου 1 δισ. δολάρια μόνο τη Μαύρη Τετάρτη, ενώ τα κέρδη αυξήθηκαν από άλλες θέσεις τις επόμενες ημέρες. Το κόστος της αποτυχημένης παρέμβασης για τους Βρετανούς φορολογουμένους εκτιμήθηκε μεταξύ 3 και 4 δισ. λιρών.
Ωστόσο, ο Σόρος δεν ήταν εκείνος που πραγματικά «έσπασε» την Τράπεζα της Αγγλίας. Οι ημερήσιες συναλλαγές στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος ξεπερνούσαν ήδη το 1 τρισ. δολάρια, επομένως ακόμη και μια θέση 10 δισ. αποτελούσε μικρό μέρος του συνολικού όγκου. Το βασικό πρόβλημα ήταν η ίδια η ανισορροπία του ERM και η αδυναμία της Βρετανίας να διατηρεί τη λίρα σε μια ισοτιμία που δεν συμβάδιζε με την οικονομική της κατάσταση.
Η κρίση δεν περιορίστηκε στη Βρετανία. Η Ιταλία εγκατέλειψε επίσης τον ERM, ενώ Σουηδία, Ισπανία, Ιρλανδία και Γαλλία αναγκάστηκαν να υποτιμήσουν τα νομίσματά τους έναντι του μάρκου. Η Ιρλανδία αύξησε προσωρινά τα επιτόκια στο 300% και η Σουηδία ακόμη και στο 500%, προσπαθώντας να προστατεύσουν τις ισοτιμίες τους.
Για τη Βρετανία, όμως, η έξοδος αποδείχθηκε τελικά πολύ διαφορετική από την καταστροφή που φοβόταν η κυβέρνηση. Η Τράπεζα της Αγγλίας απέκτησε ξανά τη δυνατότητα να καθορίζει τη νομισματική πολιτική σύμφωνα με τις ανάγκες της οικονομίας, τα επιτόκια μειώθηκαν και ακολούθησε ανάκαμψη.
Μέχρι το 1997 η στερλίνα είχε γίνει ισχυρότερη από ό,τι ήταν όταν η Βρετανία μπήκε στον ERM, ενώ η χώρα βρισκόταν ήδη στην πορεία προς 16 συνεχόμενα χρόνια οικονομικής ανάπτυξης.
Ο Σόρος έμεινε στην ιστορία ως «ο άνθρωπος που έσπασε την Τράπεζα της Αγγλίας». Στην πραγματικότητα, όμως, έκανε κάτι διαφορετικό: εντόπισε νωρίτερα από πολλούς άλλους μια ισοτιμία που είχε γίνει οικονομικά μη βιώσιμη και τοποθέτησε ένα τεράστιο στοίχημα στην αναπόφευκτη διόρθωσή της. Η Τράπεζα της Αγγλίας δεν έχασε από έναν επενδυτή. Έχασε από μια αγορά που πλέον δεν πίστευε ότι η βρετανική κυβέρνηση μπορούσε να υπερασπιστεί τη λίρα με οποιοδήποτε κόστος.

