ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ: Το «Ανθρωπιστικό» Μακελειό που Άλλαξε τον Χάρτη της Ευρώπης!
8 Οκτωβρίου 1827. Ένας κλειστός κόλπος, η μυρωδιά του μπαρουτιού να πνίγει τον αέρα και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις να παίζουν ένα θανάσιμο σκάκι με ανθρώπινες ζωές. Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, ένα γεγονός που πέρασε στην ιστορία ως «η πρώτη περίπτωση χρήσης βίας για ανθρωπιστικούς σκοπούς» – ακούγεται σχεδόν ειρωνικό, έτσι δεν είναι; – αλλά και ως η τελευταία μεγάλη ναυμαχία με ιστιοφόρα. Ένας καθαρά ναυτικός εφιάλτης, μια ανταλλαγή πυρών σε απόσταση αναπνοής, που όμως, πίσω από την επιχειρησιακή της απλότητα, έκρυβε το πιο περίπλοκο διπλωματικό δράμα της εποχής.
Ας γυρίσουμε τον χρόνο λίγο πίσω. Μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, η Ευρώπη είχε ανάγκη από σταθερότητα. Το Συνέδριο της Βιέννης (1814-1815) και η λεγόμενη «Ευρωπαϊκή Συμφωνία» (Concert of Europe), μαζί με την Ιερή Συμμαχία, ήταν εκεί για να διασφαλίσουν την «ισορροπία δυνάμεων». Κάθε επαναστατικό κίνημα, κάθε ρωγμή στο status quo, ήταν απειλή για το κατεστημένο (establishment). Και τότε, μέσα σε αυτό το εύθραυστο οικοδόμημα, ξεσπά η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Οι συνθήκες ήταν, στην αρχή, εντελώς δυσμενείς για τους Έλληνες.
Ο πανίσχυρος Μέττερνιχ της Αυστρίας και ο Τσάρος Αλέξανδρος της Ρωσίας, οραματιστές της Ιερής Συμμαχίας, ήθελαν στρατιωτική επέμβαση παντού. Από την άλλη, ο Βρετανός Viscount Castlereagh προωθούσε την «ένδοξη απομόνωση» (splendid isolation) της Βρετανίας. «Θα δούμε ορδές Κοζάκων στο Hyde Park;» ακουγόταν τότε, δείγμα του φόβου για την υπερβολική ρωσική επιρροή. Ήταν ξεκάθαρο: το χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης μεγάλωνε – και αυτό δεν οφειλόταν σε ιδεολογικές διαφορές, αλλά στα σκληρά, αμείλικτα συμφέροντα.
Η Βρετανία, που είχε αναδειχθεί η απόλυτη ναυτική δύναμη, δεν μπορούσε να επιτρέψει στη Ρωσία να έχει το πάνω χέρι στην επίλυση διεθνών συγκρούσεων. Αυτό θα μείωνε τη δική της επιρροή. Ήθελε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ανάχωμα στην ρωσική δίψα για έξοδο στη Μεσόγειο. Από την πλευρά της, η Ρωσία, με τον Τσάρο Αλέξανδρο να αναζητά απεγνωσμένα λιμάνια που δεν παγώνουν τον χειμώνα, έβλεπε τους Έλληνες ως ένα «όχημα» για την διείσδυση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία – αν και αρχικά καταδίκασε την επανάσταση, λόγω Ιερής Συμμαχίας. Η Γαλλία; Διπλωματικά απομονωμένη μετά τον Ναπολέοντα, βρήκε στο ελληνικό ζήτημα την ευκαιρία να επιστρέψει στο προσκήνιο, επηρεασμένη από διανοούμενους όπως ο Ουγκώ και ο Ντελακρουά. – *Έτσι παίζεται το παιχνίδι των εντυπώσεων, αγαπητοί μου.*
Η μεγάλη στροφή ήρθε με τον Τζορτζ Κάνινγκ, τον νέο αρχιτέκτονα της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής από τον Αύγουστο του 1822. Αναγνώρισε τους Έλληνες ως «κατεχόμενους σε ένοπλη σύγκρουση» (belligerents) τον Μάρτιο του 1823. Αυτό ήταν το αρχικό «back up» για τους Έλληνες και το τέλος της πολιτικής σταθερότητας του Μέττερνιχ. Οι λόγοι πολλοί: η αυξανόμενη φιλελληνική διάθεση στην Αγγλία, η πίεση της αντιπολίτευσης, οι ελληνικοί αποκλεισμοί που έπλητταν τα βρετανικά πλοία. Αλλά ο κυριότερος; Η Αγγλία δεν ήθελε με τίποτα να χάσει τον έλεγχο των εξελίξεων και να παραδώσει στη Ρωσία τον καθοριστικό ρόλο.
Οι Έλληνες, παρά τον εμφύλιο του 1823, άντεξαν. Η μακροχρόνια αντίσταση τους έδωσε νομιμότητα στα μάτια των Ευρωπαίων. Ο Τσάρος, στην προσπάθειά του να ανακόψει τον Κάνινγκ, πρότεινε τη διαίρεση της Ελλάδας σε τρεις ημιαυτόνομες ηγεμονίες. Ο Κάνινγκ, με μια κίνηση ματ, διέρρευσε την πρόταση στον Τύπο, στρέφοντας τους Έλληνες προς τη Βρετανία. Και μετά ήρθαν τα βρετανικά δάνεια – ένα μικρό ποσοστό έφτασε στους Έλληνες, αλλά η κίνηση ήταν κομβική, ερμηνεύτηκε ως «αναγνώριση του ελληνικού κράτους».
Με την άνοδο του πραγματιστή Νικόλαου Α΄ στον ρωσικό θρόνο (Δεκέμβριος 1825), ο οποίος ήταν λιγότερο ρομαντικός από τον προκάτοχό του, η Ρωσία δεσμεύτηκε για πιο ενεργές δράσεις. Το αποτέλεσμα ήταν το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης (1826) και, λίγο αργότερα, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1827). Οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν «συλλογικές» δυνάμεις και «ακραία μέτρα»: έναν ναυτικό αποκλεισμό των ακτών της Μορέας. Έναν αποκλεισμό «χωρίς πόλεμο» – μια πρωτοφανής παρέκκλιση από το διεθνές δίκαιο της εποχής, που αργότερα ονομάστηκε «ειρηνικός αποκλεισμός». Οξύμωρο.
Ο στόλος των Βρετανών, Γάλλων και Ρώσων, υπό τον Σερ Έντουαρντ Κόδριγκτον, έλαβε φαινομενικά αδύνατες οδηγίες: να αποκλείσει τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, χωρίς ωστόσο να προβεί σε εχθρικές ενέργειες. Ο Κόδριγκτον, ένας βετεράνος του Τραφάλγκαρ, ένας μαχητής από τους λίγους, ζήτησε διευκρινίσεις: «πώς θα εμποδίσουμε διά της βίας τους Τούρκους… χωρίς να διαπράξουμε εχθρότητα;» Η απάντηση; Το «Gordian knot» αφέθηκε να το λύσουν οι ναύαρχοι. Και στις 8 Οκτωβρίου 1827, όταν οι αιγυπτιοτουρκικές δυνάμεις έριξαν τους πρώτους πυροβολισμούς, ο Κόδριγκτον δεν προσπάθησε να περιορίσει τη μάχη. Το μακελειό ξεκίνησε, και μέσα σε λίγες ώρες, οι αιγυπτιοτουρκικές ναυτικές δυνάμεις είχαν ηττηθεί. Σοκ και δέος (shock and awe) για την Υψηλή Πύλη.
Ο Κάνινγκ, με την αριστοτεχνική του διπλωματία, απέτρεψε έναν γενικευμένο πόλεμο, κράτησε τη Ρωσία μακριά από την απόλυτη κυριαρχία στην περιοχή, «έσωσε» την Οθωμανική Αυτοκρατορία από έναν ακόμα μεγαλύτερο εξευτελισμό, ενώ παράλληλα προώθησε τις ελληνικές φιλοδοξίες. Τελικά, ποιος κέρδισε πραγματικά από το Ναυαρίνο; Η Ελλάδα την ελευθερία της, οι Δυνάμεις την επιρροή τους… ή μήπως απλώς αναβλήθηκε ο επόμενος γύρος σε αυτό το αέναο γεωπολιτικό πόκερ της Ανατολικής Μεσογείου;

