Η μυστική συμφωνία που ταπείνωσε τη Βρετανία στο Σουέζ – Ο πόλεμος των εννέα ημερών που άλλαξε τις παγκόσμιες ισορροπίες

Βρετανία, Γαλλία και Ισραήλ σχεδίασαν μυστικά την εισβολή στην Αίγυπτο μετά την εθνικοποίηση της Διώρυγας από τον Νάσερ – Η οργή των ΗΠΑ, η αναγκαστική υποχώρηση και η κρίση που σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής για τη βρετανική ισχύ

Η μυστική συμφωνία που ταπείνωσε τη Βρετανία στο Σουέζ – Ο πόλεμος των εννέα ημερών που άλλαξε τις παγκόσμιες ισορροπίες

Μέσα σε μόλις εννέα ημέρες, μια στρατιωτική επιχείρηση που είχε σχεδιαστεί για να επαναφέρει τη Βρετανία και τη Γαλλία στον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ κατέληξε σε μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές ταπεινώσεις της μεταπολεμικής Ευρώπης.

σχετικά άρθρα

Η Κρίση του Σουέζ του 1956 περιλάμβανε μια μυστική συμφωνία ανάμεσα στη Βρετανία, τη Γαλλία και το Ισραήλ, μια προσχεδιασμένη αφορμή για στρατιωτική επέμβαση και μια εισβολή που στο πεδίο προχωρούσε γρήγορα. Όλα όμως κατέρρευσαν όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνήθηκαν να στηρίξουν τους Ευρωπαίους συμμάχους τους και άσκησαν οικονομική πίεση στο Λονδίνο.

Η Βρετανία και η Γαλλία αναγκάστηκαν να σταματήσουν τις επιχειρήσεις, ο πρωθυπουργός Άντονι Ίντεν οδηγήθηκε λίγους μήνες αργότερα σε παραίτηση και ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ αναδείχθηκε σε σύμβολο αντίστασης απέναντι στις παλιές αποικιακές δυνάμεις.

Η σύγκρουση είχε βαθιές ρίζες. Η Διώρυγα του Σουέζ άνοιξε το 1869, έχοντας σχεδιαστεί και κατασκευαστεί από τον Γάλλο Φερντινάν ντε Λεσέψ. Η νέα θαλάσσια οδός συνέδεσε απευθείας τη Μεσόγειο με την Ερυθρά Θάλασσα, επιτρέποντας στα πλοία να αποφεύγουν τον τεράστιο περίπλου της Αφρικής.

Πόλεμος 9 ημερών

Η σημασία της για τη Βρετανική Αυτοκρατορία ήταν τέτοια ώστε ο Ότο φον Μπίσμαρκ την είχε περιγράψει ως «τη σπονδυλική στήλη της Βρετανικής Αυτοκρατορίας».

Η Αίγυπτος παρέμενε ιδιοκτήτρια της Διώρυγας, όμως η εταιρεία που τη διαχειριζόταν βρισκόταν σε σημαντικό βαθμό υπό ξένο έλεγχο. Η Βρετανία είχε αποκτήσει μερίδιο 44% στην εταιρεία εκμετάλλευσης, όταν ο χεδίβης της Αιγύπτου αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες και πούλησε τις μετοχές του.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεκάδες χιλιάδες Βρετανοί στρατιώτες παρέμεναν στην περιοχή για την προστασία των βρετανικών συμφερόντων. Κάποια στιγμή ο αριθμός τους έφτανε περίπου τους 82.000.

Η παρουσία τους προκαλούσε ολοένα μεγαλύτερη αντίδραση στην Αίγυπτο. Ενέδρες, πυροβολισμοί και επιθέσεις είχαν γίνει μέρος της καθημερινότητας, ενώ μεγάλο μέρος των βρετανικών δυνάμεων αποτελούνταν από πολύ νεαρούς άνδρες που υπηρετούσαν την υποχρεωτική στρατιωτική τους θητεία.

Τον Ιανουάριο του 1952, Βρετανοί στρατιώτες επιτέθηκαν σε Αιγύπτιους αστυνομικούς που αρνούνταν να παραδώσουν τις θέσεις τους, σκοτώνοντας περισσότερους από 40. Ακολούθησε η «Μαύρη Σάββατο» της 26ης Ιανουαρίου, με μεγάλες ταραχές στο Κάιρο και επιθέσεις σε σύμβολα της ξένης παρουσίας.

Λίγο αργότερα, οι Ελεύθεροι Αξιωματικοί ανέτρεψαν τη μοναρχία και ο βασιλιάς Φαρούκ εγκατέλειψε τη χώρα. Από το νέο καθεστώς αναδείχθηκε σταδιακά ο Νάσερ, ο οποίος εξελίχθηκε σε εξαιρετικά δημοφιλή ηγέτη.

Απέναντί του βρέθηκε ο Άντονι Ίντεν, ένας έμπειρος διπλωμάτης που έγινε πρωθυπουργός τον Απρίλιο του 1955.

Οι δύο άνδρες είχαν συναντηθεί μία φορά, στη βρετανική πρεσβεία στο Κάιρο τον Φεβρουάριο του 1955. Η συνάντηση δεν πήγε καλά. Ο Ίντεν θεώρησε τον Νάσερ απορριπτικό, ενώ ο Αιγύπτιος ηγέτης αισθάνθηκε ότι δεχόταν διάλεξη από έναν Βρετανό ιμπεριαλιστή.

Δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά.

Η εθνικοποίηση της Διώρυγας και το μυστικό σχέδιο με το Ισραήλ

Με συμφωνία του Οκτωβρίου του 1954, η Βρετανία είχε δεχθεί να αποσύρει τις στρατιωτικές δυνάμεις της από τη ζώνη της Διώρυγας μέχρι τον Ιούνιο του 1956.

Την ίδια περίοδο ο Νάσερ είχε ένα φιλόδοξο σχέδιο για τον εκσυγχρονισμό της Αιγύπτου: την κατασκευή του φράγματος του Ασουάν. Το έργο θα περιόριζε τις πλημμύρες του Νείλου, θα επέκτεινε την καλλιεργήσιμη γη κατά περίπου 30% και θα παρήγαγε υδροηλεκτρική ενέργεια.

Η Αίγυπτος όμως βρισκόταν ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις του Ψυχρού Πολέμου. Ο Νάσερ δεχόταν οικονομική βοήθεια από τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα διαπραγματευόταν αγορά όπλων από την ελεγχόμενη από τη Σοβιετική Ένωση Τσεχοσλοβακία.

Η Ουάσιγκτον τελικά απέσυρε τη χρηματοδότηση για το φράγμα και την επόμενη ημέρα ακολούθησε η Βρετανία.

Ο Νάσερ χρειαζόταν πλέον διαφορετική πηγή χρηματοδότησης.

Τον Ιούλιο του 1956 εθνικοποίησε τη Διώρυγα του Σουέζ. Η επιχείρηση οργανώθηκε με εντυπωσιακό τρόπο. Κατά τη διάρκεια ομιλίας του στην Αλεξάνδρεια, επαναλάμβανε το όνομα του Φερντινάν ντε Λεσέψ. Το όνομα λειτουργούσε ως κωδικός προς τους Αιγύπτιους αξιωματικούς που βρίσκονταν γύρω από τη Διώρυγα για να καταλάβουν τα γραφεία της εταιρείας.

Όταν ο Ίντεν πληροφορήθηκε την εθνικοποίηση, εξοργίστηκε. Η πρώτη του σκέψη ήταν ακόμη και η άμεση ρίψη αλεξιπτωτιστών για την ανακατάληψη της Διώρυγας. Οι σύμβουλοί του τού επισήμαναν όχι μόνο ότι αυτό δεν ήταν πρακτικά εφικτό, αλλά και ότι η εθνικοποίηση από μόνη της δεν ήταν παράνομη.

Ο Ίντεν ζήτησε βοήθεια από τις ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ τού ξεκαθάρισε επανειλημμένα ότι δεν θα υποστήριζε στρατιωτική επέμβαση.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός, ωστόσο, πίστευε ότι αν η επιχείρηση ξεκινούσε, οι Αμερικανοί τελικά θα την αποδέχονταν.

Η Γαλλία είχε επίσης συμφέροντα στη Διώρυγα και στράφηκε προς το Ισραήλ, το οποίο βρισκόταν ήδη σε αντιπαράθεση με την Αίγυπτο και δεχόταν επιθέσεις από ομάδες που δρούσαν από τη Λωρίδα της Γάζας.

Στις 22 Οκτωβρίου 1956, εκπρόσωποι της Βρετανίας, της Γαλλίας και του Ισραήλ συναντήθηκαν μυστικά στις Σέβρες, έξω από το Παρίσι.

Εκεί συμφωνήθηκε ένα εξαιρετικά τολμηρό σχέδιο.

Το Ισραήλ θα εισέβαλλε στην Αίγυπτο. Η Βρετανία και η Γαλλία θα εμφανίζονταν στη συνέχεια ως ουδέτερες δυνάμεις που επιχειρούσαν να χωρίσουν τους δύο αντιπάλους και να προστατεύσουν τη Διώρυγα. Θα απαιτούσαν από Αίγυπτο και Ισραήλ να απομακρυνθούν από αυτήν, γνωρίζοντας ότι οι όροι ήταν ουσιαστικά αδύνατο να γίνουν αποδεκτοί από την Αίγυπτο.

Η άρνηση θα τους έδινε την αφορμή για στρατιωτική επέμβαση.

Στις 29 Οκτωβρίου, το Ισραήλ εισέβαλε στο Σινά. Την επόμενη ημέρα Βρετανία και Γαλλία καταδίκασαν δημόσια τις εχθροπραξίες, εμφανιζόμενες σαν να μην γνώριζαν τίποτα εκ των προτέρων.

Όταν οι απαιτήσεις τους δεν έγιναν αποδεκτές, ξεκίνησε η Επιχείρηση Musketeer, με βρετανικούς και γαλλικούς βομβαρδισμούς εναντίον αιγυπτιακών στόχων.

Ο Νάσερ κατάλαβε ότι η επίθεση δεν ήταν αποκλειστικά ισραηλινή όταν, παρακολουθώντας τους βομβαρδισμούς από το Κάιρο, αναγνώρισε αεριωθούμενα βομβαρδιστικά που το Ισραήλ δεν διέθετε.

Η οργή των ΗΠΑ και η ταπείνωση που άλλαξε τη Βρετανία

Η διεθνής αντίδραση ήταν έντονη. Ο Αϊζενχάουερ, ο οποίος βρισκόταν λίγες ημέρες πριν από τις αμερικανικές εκλογές και έκανε εκστρατεία με μήνυμα ειρήνης, εξοργίστηκε.

Οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι δεν είχαν ενημερωθεί ούτε είχαν συναινέσει στην επιχείρηση.

Την ίδια στιγμή, στη Βρετανία ξέσπασαν μεγάλες αντιπολεμικές διαδηλώσεις, με περίπου 300.000 ανθρώπους να κατεβαίνουν στους δρόμους. Η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία βρισκόταν ακόμη σε ισχύ και πολλές οικογένειες δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί οι γιοι τους στέλνονταν σε έναν νέο πόλεμο μόλις 11 χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στις 5 Νοεμβρίου, Βρετανοί και Γάλλοι αλεξιπτωτιστές πραγματοποίησαν ρίψεις γύρω από το Πορτ Σάιντ και τη ζώνη της Διώρυγας. Οι μάχες ήταν σφοδρές, αλλά οι ευρωπαϊκές δυνάμεις προχώρησαν γρήγορα.

Από καθαρά στρατιωτική άποψη, η επιχείρηση φαινόταν να πετυχαίνει. Οι δυνάμεις είχαν καταλάβει τους στόχους τους και συνέχιζαν να κινούνται κατά μήκος της Διώρυγας.

Τότε ήρθε η εντολή να σταματήσουν.

Ο ΟΗΕ απαίτησε άμεση κατάπαυση του πυρός και οι ΗΠΑ απείλησαν τη Βρετανία με οικονομικές συνέπειες. Στις 6 Νοεμβρίου, μόλις μία ημέρα μετά την απόβαση, ο Ίντεν τηλεφώνησε στον Γάλλο πρωθυπουργό και του ανακοίνωσε ότι η Βρετανία δεν μπορούσε να συνεχίσει.

Η Γαλλία ήθελε να προχωρήσει, αλλά το Λονδίνο υποχώρησε.

Ο πόλεμος είχε διαρκέσει μόλις εννέα ημέρες, με τη Βρετανία και τη Γαλλία να συμμετέχουν άμεσα για επτά. Στο πεδίο είχαν πετύχει μια γρήγορη στρατιωτική προέλαση, αλλά πολιτικά είχαν υποστεί ολοκληρωτική ήττα.

Έξι εβδομάδες μετά την κατάπαυση του πυρός, οι τελευταίοι Βρετανοί στρατιώτες αποχώρησαν από τη ζώνη της Διώρυγας υπό την επίβλεψη δυνάμεων του ΟΗΕ.

Ούτε οι στρατιώτες που επέστρεψαν στη Βρετανία αντιμετωπίστηκαν ως ήρωες. Πολλοί θεωρούσαν ότι είχαν χρησιμοποιηθεί ως πιόνια σε ένα πολιτικό παιχνίδι και χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν 50 χρόνια, μέχρι το 2003, για να τους απονεμηθεί μετάλλιο για την υπηρεσία τους στη ζώνη της Διώρυγας.

Για τον Ίντεν οι συνέπειες ήταν καταστροφικές.

Μετά την κρίση ταξίδεψε στην Καραϊβική, ενώ η υγεία του επιδεινωνόταν. Όταν επέστρεψε τον Ιανουάριο, αποκαλύφθηκε σε μεγαλύτερη έκταση η συμμετοχή του στις μυστικές προετοιμασίες των Σεβρών, την οποία ο ίδιος αρνιόταν ακόμη και αργότερα στα απομνημονεύματά του.

Με τη Βρετανία απομονωμένη από τις ΗΠΑ, την εσωτερική αντίδραση να μεγαλώνει και τον πόλεμο να θεωρείται όλο και περισσότερο παράνομος, ο Ίντεν παραιτήθηκε επικαλούμενος προβλήματα υγείας.

Ο διάδοχός του, Χάρολντ Μακμίλαν, επιτάχυνε την αποχώρηση της Βρετανίας από τις αποικιακές της κτήσεις.

Για τον Νάσερ, αντίθετα, η κρίση μετατράπηκε σε πολιτικό θρίαμβο. Η Διώρυγα παρέμεινε υπό αιγυπτιακό έλεγχο και ο ίδιος αντιμετωπίστηκε σε μεγάλο μέρος του αραβικού κόσμου ως ο ηγέτης που αψήφησε τις παλιές αυτοκρατορικές δυνάμεις και τις ανάγκασε να υποχωρήσουν.

Η πραγματική αλλαγή όμως ήταν ακόμη μεγαλύτερη.

Στην αρχή της κρίσης, Λονδίνο και Παρίσι εξακολουθούσαν να θεωρούν τους εαυτούς τους κορυφαίες παγκόσμιες δυνάμεις. Στο τέλος της είχε γίνει σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση ήταν πλέον οι δύο πραγματικές υπερδυνάμεις.

Η Διώρυγα του Σουέζ δεν κόστισε απλώς στον Άντονι Ίντεν την πρωθυπουργία. Έγινε το σημείο στο οποίο η Βρετανία αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μια νέα πραγματικότητα: η εποχή κατά την οποία μπορούσε να επιβάλλει μόνη της τη θέλησή της στον κόσμο είχε τελειώσει.