Η αποδόμηση του μύθου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η σύγχρονη Μέση Ανατολή

Μια βαθιά ιστορική ανάλυση που καταρρίπτει το αφήγημα της οθωμανικής ανοχής, αναδεικνύοντας τις σφαγές, τα γεωπολιτικά παίγνια και τη γέννηση της σύγχρονης Τουρκίας.

Η αποδόμηση του μύθου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η σύγχρονη Μέση Ανατολή

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελεί αναμφισβήτητα έναν από τους πιο συναρπαστικούς και περίπλοκους θεσμούς στην παγκόσμια ιστορία. Με διάρκεια ζωής που ξεπερνά τα τετρακόσια χρόνια, η πορεία της δεν ήταν γραμμική. Όπως συνέβη με όλες τις μεγάλες αυτοκρατορίες, από τη Ρωμαϊκή έως τη Βυζαντινή, υπέστη πολλές μεταμορφώσεις. Ωστόσο, ο πυρήνας της παρέμενε πάντα ο ίδιος: επρόκειτο για μια ισλαμική αυτοκρατορία, ένα σουλτανάτο που ταυτόχρονα λειτουργούσε και ως χαλιφάτο. Οι μετέπειτα σουλτάνοι, μάλιστα, φρόντισαν να τονίσουν ιδιαίτερα τον ρόλο τους ως χαλίφηδες, μια διάσταση που αποκτά τεράστια σημασία σήμερα, καθώς η έννοια του χαλιφάτου επανέρχεται συχνά στο προσκήνιο της διεθνούς επικαιρότητας.

σχετικά άρθρα

Εκείνο όμως που κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο και συχνά αναπαράγεται στη δημοσιογραφία, είναι η θεωρία πως επρόκειτο για μια εξαιρετικά ανεκτική διοίκηση. Αποτελεί πλέον ένα ευρέως διαδεδομένο κλισέ ο ισχυρισμός ότι η Μέση Ανατολή καταστράφηκε από τον δυτικό ιμπεριαλισμό, την αμερικανική παρέμβαση ή τον σύγχρονο εθνικισμό, υπονοώντας ότι υπό την οθωμανική σκέπη υπήρχε μια ειρηνική συνύπαρξη. Αυτή η άποψη, αν και περιέχει ψήγματα αλήθειας, αποτελεί σε μεγάλο βαθμό έναν ιστορικό μύθο που καταρρέει όταν εξετάσει κανείς τα πραγματικά γεγονότα.

Ο μύθος της οθωμανικής ανεκτικότητας και το Τανζιμάτ

Η φήμη περί μεγάλης ανεκτικότητας βασίζεται κυρίως σε μια πολύ συγκεκριμένη, σύντομη περίοδο μεταρρυθμίσεων, γνωστή ως Τανζιμάτ. Αυτή η σειρά πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών, που ξεκίνησε το 1839 και διήρκεσε μέχρι τη δεκαετία του 1850, επιχείρησε να μετατρέψει όλους τους κατοίκους της αυτοκρατορίας σε ισότιμους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Για περίπου είκοσι με τριάντα χρόνια, πράγματι, υπήρξε ένα κλίμα εξαιρετικής, για τα δεδομένα της εποχής, ανοχής.

Tanzimat

Ωστόσο, αυτή η «άνοιξη» τελείωσε απότομα. Το άνοιγμα της αυτοκρατορίας, το οποίο ακολούθησε αμέσως μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, προκάλεσε τεράστια αποδιοργάνωση στις εύθραυστες ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί για τη διοίκηση των διαφόρων πληθυσμών. Το πρώτο μεγάλο ρήγμα στη Μέση Ανατολή ήρθε με τη φοβερή σφαγή των χριστιανών στη Δαμασκό το 1860. Τα γνωστά ως «γεγονότα της Δαμασκού» ξεκίνησαν ουσιαστικά ως μια σύγκρουση μεταξύ Χριστιανών και Δρούζων, μια περίπλοκη σεκταριστική κρίση που προκάλεσε μάλιστα μία από τις πρώτες δυτικές παρεμβάσεις, όταν η Γαλλία και άλλες δυνάμεις έστειλαν στρατό στην περιοχή. Η περίοδος της ανοχής είχε πλέον περάσει ανεπιστρεπτί.

Ο αιμοσταγής σουλτάνος και οι πρώτες μεγάλες σφαγές

Μετά από αυτές τις κρίσεις, τα ηνία ανέλαβε ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ, ο οποίος άλλαξε άρδην την κατεύθυνση της αυτοκρατορίας. Επέβαλε έναν αυστηρό θρησκευτικό οθωμανισμό και ξεκίνησε να χρησιμοποιεί διάφορες μειονότητες, όπως τους Κούρδους, προκειμένου να συντρίψει τους χριστιανικούς πληθυσμούς που άρχιζαν να γίνονται ανήσυχοι, επιδιώκοντας σταδιακά την ανεξαρτησία τους.

Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ - Βικιπαίδεια

Αυτή η βάναυση πολιτική καταστολής οδήγησε στις διαβόητες αρμενικές σφαγές, καθώς και στις σφαγές των Βουλγάρων. Η αγριότητα με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι εξεγέρσεις και οι μειονότητες ήταν τέτοια, που ο Αμπντούλ Χαμίτ έμεινε στην ιστορία με το σκοτεινό προσωνύμιο ο «αιμοσταγής σουλτάνος». Γίνεται σαφές, λοιπόν, πως η πραγματική φύση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διέφερε παρασάγγας από το ειρηνικό και ανεκτικό στερεότυπο που συχνά προβάλλεται. Η βία είχε γίνει το κύριο εργαλείο επιβίωσης ενός κράτους που έβλεπε την επιρροή του να συρρικνώνεται.

Οι τρεις πασάδες και η βιομηχανία των γενοκτονιών

Το οριστικό τέλος της ψευδαίσθησης περί ανεκτικότητας ήρθε με την ανάληψη της εξουσίας από το καθεστώς των τριών πασάδων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενώ η αυτοκρατορία είχε χαρακτηριστεί ως «ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης», η πραγματικότητα στα πεδία των μαχών διέψευσε τις προσδοκίες των Βρετανών και των Γάλλων. Συμμαχώντας με τη Γερμανία και τις Κεντρικές Δυνάμεις, οι Οθωμανοί πολέμησαν με μια αναπάντεχη, σκληρή σφοδρότητα.

Ο σκοτεινός ηγέτης των Νεότουρκων, Εμβέρ Πασάς - Newsbeast

Στο εσωτερικό μέτωπο, ωστόσο, ο Ενβέρ Πασάς, ο Ταλάτ Πασάς και ο Τζεμάλ Πασάς επέβαλαν ένα καθεστώς που σήμερα θα περιγραφόταν ως πρωτοφασισμός. Επρόκειτο για μια ιδεολογία φυλετικής και ευγονικής ανωτερότητας, έναν ακραίο ισλαμικό και τουρκικό επεκτατισμό. Αυτό το καθεστώς ενορχήστρωσε και εκτέλεσε με βιομηχανικούς όρους τη Γενοκτονία των Αρμενίων, εξοντώνοντας πάνω από 1,1 εκατομμύριο ανθρώπους. Δίπλα σε αυτή τη θηριωδία, υπάρχουν και οι λησμονημένες γενοκτονίες, όπως η σκόπιμη λιμοκτονία των Μαρωνιτών χριστιανών και φυσικά οι μαζικές σφαγές των Ελλήνων, με έμφαση στους Πόντιους, δηλαδή τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μαύρης Θάλασσας.

Η αδίστακτη κυριαρχία και η έρημη Ιερουσαλήμ

Για να κατανοήσει κανείς το πώς οι Οθωμανοί κράτησαν τη Μέση Ανατολή για τέσσερις αιώνες, αρκεί μια επιφανειακή έστω ανάλυση της γεωπολιτικής της περιοχής: είναι αδύνατον να ελέγξεις αυτά τα εδάφη αν δεν είσαι απολύτως αδίστακτος. Η αυτοκρατορία υπήρξε ακραία βίαιη. Ακόμα και έτσι, υπήρξαν περίοδοι όπου έχασε τον έλεγχο τεράστιων εδαφών, όπως όταν ο Αιγύπτιος ηγέτης Μωάμεθ Άλι παραλίγο να κατακτήσει ολόκληρη την αυτοκρατορία, μια προέλαση που ανακόπηκε μόνο χάρη στη βρετανική επέμβαση.

Η βαριά φορολογία, οι διωγμοί και η κακοδιοίκηση είχαν μετατρέψει τεράστια τμήματα της περιοχής σε φτωχά και ερημωμένα τοπία. Έως τις αρχές του 19ου αιώνα, μεγάλες εκτάσεις του Λεβάντε, δηλαδή οι περιοχές που σήμερα περιλαμβάνουν το Ισραήλ, τη Συρία και την Ιορδανία, ήταν εντυπωσιακά υποβαθμισμένες. Η Ιερουσαλήμ αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τη δεκαετία του 1780 ήταν σχεδόν έρημη, με τον πληθυσμό της να μην ξεπερνά τους 2.000 κατοίκους. Τη διοίκηση των ιερών τόπων ασκούσε μια μικρή ομάδα ισχυρών αραβικών οικογενειών της Παλαιστίνης, όπως οι Χουσεϊνί και οι Νασασίμπι. Είναι εντυπωσιακό ότι, σε αντίθεση με τη σημερινή εικόνα που μεταδίδουν τα τηλεοπτικά δίκτυα, όπου η Ιερουσαλήμ φαντάζει ως το μόνιμο κέντρο του κόσμου, για περίπου τρεις αιώνες υπήρξε μια εντελώς παραμελημένη, μισοάδεια επαρχιακή πόλη.

Ο αραβικός εθνικισμός και η συμφωνία Σάικς-Πικό

Στις αρχές του 20ού αιώνα, τρεις μεγάλες αυτοκρατορικές δυνάμεις δέσποζαν στη Μέση Ανατολή. Οι Οθωμανοί από την Κωνσταντινούπολη, όντας Τούρκοι, επέβαλαν απόλυτα τη γλώσσα τους. Αν κάποιος ήθελε να ανελιχθεί, όφειλε να μιλάει τουρκικά. Είναι χαρακτηριστικό πως στη δυναστεία που κυβέρνησε την Αίγυπτο, μόνο ο τελευταίος βασιλιάς, ο Φαρούκ, μιλούσε αραβικά. Όλες οι υποθέσεις ρυθμίζονταν από την Κωνσταντινούπολη με αδιαλλαξία και σκληρότητα απέναντι σε κάθε εξέγερση.

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν άρχισε να αναδύεται ο αραβικός εθνικισμός, η αντίδραση ήταν αμείλικτη. Οι τρεις πασάδες ταξίδεψαν στις αραβικές επαρχίες και απαγχόνισαν μαζικά τους επιφανείς Άραβες στη Βηρυτό, τη Δαμασκό και την Ιερουσαλήμ. Τα πτώματα των αραβικών εθνικιστών κρέμονταν γύρω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ και στην κεντρική πλατεία της Δαμασκού, η οποία μέχρι σήμερα φέρει το όνομα «Πλατεία Εκτελέσεων».

Παρόλα αυτά, ο βασικός κορμός των Αράβων στρατιωτών πολέμησε πιστά στο πλευρό των Οθωμανών καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Την ίδια στιγμή, όμως, οι Βρετανοί αναζητούσαν τρόπους να υποκινήσουν μια αραβική εξέγερση. Το κατάφεραν μέσω της οικογένειας των Χασιμιτών, οι απόγονοι των οποίων κυβερνούν μέχρι σήμερα την Ιορδανία. Παράλληλα με τις μάχες στα μέτωπα της Καλλίπολης (όπου οι Οθωμανοί συνέτριψαν τις αγγλογαλλικές δυνάμεις) και του Ιράκ, οι Μεγάλες Δυνάμεις σχεδίαζαν τον μεταπολεμικό χάρτη.

Η διαβόητη συμφωνία Σάικς-Πικό είναι ίσως η πιο παρεξηγημένη συνθήκη της εποχής. Συχνά αναφέρεται ως το απόλυτο παράδειγμα δυτικού ιμπεριαλισμού, όμως λίγοι γνωρίζουν ότι η αρχική της ονομασία έπρεπε να είναι Σάικς-Πικό-Σαζόνοφ, εντάσσοντας τον υπουργό εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Οι Ρώσοι, μάλιστα, αναμένονταν να είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι, λαμβάνοντας την Κωνσταντινούπολη και την ανατολική Τουρκία, όπου θα δημιουργούσαν ένα αρμενικό κράτος-δορυφόρο, ενώ θα είχαν και μερίδιο ελέγχου στην Παλαιστίνη. Αν δεν είχε μεσολαβήσει η Ρωσική Επανάσταση του 1917, ο χάρτης της Μέσης Ανατολής θα ήταν ριζικά διαφορετικός.

Η γέννηση της σύγχρονης Τουρκίας και η Λωζάνη

Μετά το τέλος του πολέμου, οι νικήτριες δυνάμεις ήταν αποφασισμένες να διαμελίσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μέσω των συνθηκών των Σεβρών και του Σαν Ρέμο το 1920, η Βρετανία ανέλαβε τον έλεγχο της Παλαιστίνης, απαλλαγμένη πλέον από την ανάγκη να τη μοιραστεί με τους Μπολσεβίκους, ενώ η Γαλλία έλαβε τη ευρύτερη Συρία και τον Λίβανο. Είχαν μάλιστα σκοπό να χωρίσουν τη Συρία σε πολλά μικρά κρατίδια με βάση το θρήσκευμα. Στο πλαίσιο αυτού του διαμελισμού, ο ελληνικός στρατός προήλασε προς την Άγκυρα.

Εκεί ακριβώς εμφανίστηκε η φιγούρα που έμελλε να αλλάξει τον ρου της ιστορίας: ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Αναλαμβάνοντας τον έλεγχο των υπολειμμάτων του οθωμανικού στρατού στην περιοχή της Άγκυρας, ξεκίνησε μια αντεπίθεση που ανέτρεψε πλήρως τους σχεδιασμούς των Μεγάλων Δυνάμεων. Αρχικά συνέτριψε τις προσπάθειες των Αρμενίων για δημιουργία κράτους, στη συνέχεια απώθησε τους Γάλλους στη Συρία μέσω ενός ξεχασμένου γαλλο-τουρκικού πολέμου και, τελικά, στράφηκε εναντίον του ελληνικού στρατού. Η νίκη του απέναντι στους Έλληνες και η επακόλουθη καταστροφή της Σμύρνης έβαλαν ταφόπλακα στο σχέδιο των Σεβρών, οδηγώντας μάλιστα στην πτώση της βρετανικής κυβέρνησης του Λόιντ Τζορτζ.

Η Συνθήκη της Λωζάνης επισφράγισε αυτή την αιματηρή μετάβαση, αναγνωρίζοντας τη δημιουργία του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Ήταν μια εποχή ακραίου εθνοτικού διαχωρισμού, που κορυφώθηκε με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, όπου πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι ξεριζώθηκαν. Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί βαφτίστηκαν Τούρκοι και οι χριστιανικοί Έλληνες. Μέσα από τις στάχτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τους πολέμους, τις γενοκτονίες και τον θρησκευτικό εθνικισμό, αναδύθηκε ένα εντελώς νέο κράτος. Οι συνέπειες, τα ανοιχτά τραύματα και το γεωπολιτικό χάος αυτής της τεράστιας ιστορικής διάλυσης εξακολουθούν να στοιχειώνουν τη Μέση Ανατολή μέχρι και τις μέρες μας.