Η ιστορία αρέσκεται να παρουσιάζει τις μεγάλες καταστροφές ως ξαφνικά, απρόβλεπτα γεγονότα. Το Περλ Χάρμπορ, για παράδειγμα, έχει καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως μια «κεραυνός εν αιθρία» επίθεση μιας παραληρηματικής αυτοκρατορίας εναντίον μιας απροετοίμαστης Αμερικής. Όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκοτεινή και η διαδρομή προς τον όλεθρο ξεκίνησε δεκαετίες πριν, σε ένα ήσυχο δωμάτιο στο Τόκιο, ένα καυτό πρωινό του Ιουλίου του 1905. Εκεί, δύο άνδρες —ο Αμερικανός Υπουργός Πολέμου Γουίλιαμ Χάουαρντ Ταφτ και ο Ιάπωνας Πρωθυπουργός Κατσούρα Ταρό— υπέγραψαν τη μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων χωρίς να το μάθει κανείς για σχεδόν είκοσι χρόνια.
Αυτή η συνάντηση δεν ήταν απλώς μια διπλωματική τυπικότητα. Ήταν το πράσινο φως για την ιμπεριαλιστική επέκταση της Ιαπωνίας, με αντάλλαγμα την ασφάλεια των αμερικανικών κτήσεων στις Φιλιππίνες. Για εμάς τους Έλληνες, που έχουμε νιώσει στο πετσί μας τι σημαίνει να αποφασίζουν οι «Μεγάλοι» για εμάς χωρίς εμάς, η ιστορία της Κορέας το 1905 ηχεί ανατριχιαστικά οικεία. Είναι η κλασική περίπτωση όπου η γεωπολιτική σκοπιμότητα υπερισχύει του διεθνούς δικαίου και των ηθικών δεσμεύσεων.
Η Ταχεία Άνοδος και το Τραύμα της Ταπείνωσης
Όλα ξεκίνησαν το 1853, όταν τα «μαύρα πλοία» του Κομόδορου Πέρι ανάγκασαν την Ιαπωνία να ανοίξει τα λιμάνια της. Η Ιαπωνία, από μια φεουδαρχική, απομονωμένη κοινωνία, μεταμορφώθηκε μέσα σε μόλις τέσσερις δεκαετίες σε ένα βιομηχανικό κράτος-πρότυπο. Το σύνθημα ήταν «Πλούσια χώρα, ισχυρός στρατός». Οι Ιάπωνες έμαθαν από τη Δύση και έμαθαν γρήγορα. Όμως, το μάθημα που εμπέδωσαν καλύτερα από όλα ήταν ότι στον κόσμο των μεγάλων δυνάμεων, το μόνο νόμισμα που μετράει είναι η ισχύς της αυτοκρατορίας.
Το 1895, μετά τη νίκη τους επί της Κίνας, οι Ιάπωνες υπέστησαν ένα βαθύ διπλωματικό τραύμα. Η Ρωσία, η Γαλλία και η Γερμανία τους ανάγκασαν να επιστρέψουν εδάφη που είχαν κερδίσει με αίμα, μόνο και μόνο για να τα πάρει η Ρωσία λίγο αργότερα. Αυτή η «τριπλή επέμβαση» δημιούργησε μια εθνική πληγή που θα πύωνε για τα επόμενα 50 χρόνια. Η Ιαπωνία αποφάσισε να μην ταπεινωθεί ποτέ ξανά. Προετοιμάστηκε μεθοδικά και το 1904 επιτέθηκε στη Ρωσία, αφήνοντας άναυδη την παγκόσμια κοινή γνώμη.
Η Σοκαριστική Νίκη και η Ανάγκη για Ειρήνη
Ο Ρωσο-Ιαπωνικός Πόλεμος ήταν το σημείο καμπής. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, ένα ασιατικό έθνος ταπείνωσε μια ευρωπαϊκή υπερδύναμη σε ξηρά και θάλασσα. Στη ναυμαχία της Τσουσίμα, ο ιαπωνικός στόλος κυριολεκτικά αφάνισε τον ρωσικό. Η βεβαιότητα της λευκής υπεροχής εξατμίστηκε στα νερά του Ειρηνικού. Από την Ινδία μέχρι την Αίγυπτο, οι υπόδουλοι λαοί είδαν στην Ιαπωνία μια ελπίδα ότι η αποικιοκρατία δεν είναι αήττητη.
Ωστόσο, παρά τις νίκες, η Ιαπωνία βρισκόταν στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης. Χρειαζόταν ειρήνη και τη χρειαζόταν γρήγορα. Ο άνθρωπος που ανέλαβε να τη μεσολαβήσει ήταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Θίοντορ Ρούζβελτ. Ο Ρούζβελτ, αν και θαύμαζε την ιαπωνική αποτελεσματικότητα, δεν ήθελε μια Ιαπωνία υπερβολικά ισχυρή. Επιδίωκε μια ισορροπία δυνάμεων στην Ασία που θα προστάτευε τα αμερικανικά συμφέροντα. Έτσι, φτάνουμε στο μυστικό μνημόνιο Ταφτ-Κατσούρα, το οποίο αποτέλεσε το «παρασκήνιο» της επίσημης Συνθήκης του Πόρτσμουθ.

Το Μνημόνιο Ταφτ-Κατσούρα: Μια Κυνική Συναλλαγή
Τον Ιούλιο του 1905, ο Ταφτ μετέφερε στον Κατσούρα την εξής πρόταση: Οι ΗΠΑ θα αναγνώριζαν την κυριαρχία της Ιαπωνίας πάνω στην Κορέα, αν η Ιαπωνία υποσχόταν να μην αγγίξει τις Φιλιππίνες. Η συμφωνία ήταν ωμός κυνισμός. Η Κορέα, ένα έθνος με χιλιάδες χρόνια ιστορίας, ανταλλάχθηκε σαν πιόνι σε μια παρτίδα σκάκι. Οι ΗΠΑ παραβίασαν τη δική τους συνθήκη του 1882 με την Κορέα, στην οποία υπόσχονταν βοήθεια σε περίπτωση καταπίεσης από ξένη δύναμη.
Αυτή η πράξη «νομιμοποίησε» τις ιαπωνικές φιλοδοξίες στα μάτια της διεθνούς κοινότητας. Όταν ο βασιλιάς της Κορέας έκανε έκκληση στον Ρούζβελτ, εκείνος την αγνόησε. Είχε ήδη κάνει το deal του. Η Κορέα μετατράπηκε σε προτεκτοράτο και το 1910 προσαρτήθηκε επίσημα. Η ιαπωνική κατοχή ήταν βίαιη και απάνθρωπη: απαγόρευση της γλώσσας, δήμευση γης, σφαγές αμάχων. Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο τίμημα της μυστικής διπλωματίας που ξεκίνησε το 1905.

Το Μικρόβιο του Εθνικισμού και η Πορεία προς το 1941
Η επικύρωση του ιμπεριαλισμού της Ιαπωνίας από τις ΗΠΑ δεν την «ήμερεψε»· αντίθετα, την αποθράσυνε. Παρά τη νίκη τους, πολλοί Ιάπωνες ένιωθαν αδικημένοι από τη συνθήκη ειρήνης, πιστεύοντας ότι οι Δυτικοί τους στέρησαν τους πλήρεις καρπούς του θριάμβου τους. Αυτή η δυσαρέσκεια έγινε το καύσιμο για τον υπερεθνικισμό. Οι στρατιωτικοί άρχισαν να παρακάμπτουν τις πολιτικές κυβερνήσεις, θεωρώντας ότι η Ιαπωνία πρέπει να επεκταθεί για να επιβιώσει ως μεγάλη δύναμη.
Η δεκαετία του 1920 και του 1930 είδε την Ιαπωνία να κινείται από τη μία πρόκληση στην άλλη: την εισβολή στη Μαντζουρία το 1931, την αποχώρηση από την Κοινωνία των Εθνών, τον πλήρη πόλεμο με την Κίνα το 1937. Η Δύση, απασχολημένη με τα δικά της προβλήματα και τη Μεγάλη Ύφεση, περιορίστηκε σε φραστικές καταδίκες. Όπως ακριβώς και σε άλλες περιόδους της ιστορίας —συμπεριλαμβανομένων δικών μας εθνικών κρίσεων— η αδράνεια των ισχυρών εκλήφθηκε ως αδυναμία.
Η Αναπόφευκτη Σύγκρουση και το Τέλος της Αυτοκρατορίας
Όταν η Ιαπωνία κατέλαβε τη γαλλική Ινδοκίνα το 1941, οι ΗΠΑ απάντησαν με εμπάργκο πετρελαίου. Αυτό ήταν το τέλος του δρόμου. Για την Ιαπωνία, χωρίς πετρέλαιο, η αυτοκρατορία θα κατέρρεε. Η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ ήταν η απεγνωσμένη, «λογική» κατάληξη μιας πορείας που ξεκίνησε με το μυστικό νεύμα του 1905. Ο Ρούζβελτ και ο Ταφτ πίστευαν ότι διαχειρίζονταν μια περιφερειακή κρίση· στην πραγματικότητα, έγραφαν τις πρώτες σελίδες ενός δράματος που θα κόστιζε εκατομμύρια ζωές.
Ο πόλεμος τελείωσε το 1945 με τις ατομικές βόμβες και την ολοκληρωτική καταστροφή της Ιαπωνίας. Όμως, αν κοιτάξουμε προσεκτικά την αλυσίδα των γεγονότων, βλέπουμε ότι η επικύρωση του ιμπεριαλισμού σπάνια τον περιορίζει. Συνήθως τον τρέφει. Η μυστική συμφωνία του 1905 μας θυμίζει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο σκοτάδι έχουν την τάση να μεγαλώνουν και να επιστρέφουν με βία στο φως. Το «Στυλ Σπύρος» απαιτεί να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους: η ειρήνη που χτίζεται πάνω στη θυσία τρίτων, είναι απλώς ένας προθάλαμος για τον επόμενο πόλεμο.
Η Ταχεία Άνοδος και το Τραύμα της Ταπείνωσης