Από τη Γρανάδα στη σύγχρονη ισλαμοφοβία – Η ιστορική μνήμη ως εργαλείο γεωπολιτικής κυριαρχίας

Η ιστορική ανάλυση του Τάρικ Άλι καταρρίπτει τον μύθο της σύγκρουσης των πολιτισμών και ρίχνει φως στα πραγματικά, οικονομικά αίτια της σύγχρονης ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.

Από τη Γρανάδα στη σύγχρονη ισλαμοφοβία – Η ιστορική μνήμη ως εργαλείο γεωπολιτικής κυριαρχίας

Υπάρχουν δύο ιστορίες που στοιχειώνουν τη συλλογική μνήμη της Ευρώπης, αμφότερες ειπωμένες στον ίδιο τόπο, με επτά αιώνες διαφορά. Η πρώτη ξεκινά το 711 μ.Χ., όταν ο μουσουλμάνος διοικητής Ταρίκ Ιμπν Ζιγιάντ οδήγησε έναν στρατό από τη Βόρεια Αφρική στη νότια Ισπανία, σαρώνοντας την Ιβηρική Χερσόνησο και βάζοντας τα θεμέλια της αυτοκρατορίας της Ανδαλουσίας. Στον αντίποδα, ένας ευγενής, ο Δον Πελάγιο, αρνείται να υποταχθεί. Σύμφωνα με τον θρύλο, βρίσκει καταφύγιο σε μια σπηλιά, όπου η Παναγία του υπόσχεται θεϊκή προστασία, αποκρούοντας τα βέλη των κατακτητών. Αυτή η μάχη πυροδότησε μια σταυροφορία που έληξε το 1492 με την πτώση της Γρανάδας στους χριστιανούς. Είναι η περίφημη «Ρεκονκίστα» (Ανακατάληψη), ο ιδρυτικός μύθος του σύγχρονου ισπανικού κράτους, που διδάσκεται μέχρι σήμερα.

σχετικά άρθρα

Η δεύτερη ιστορία γράφεται το 1499. Στην παλιά αγορά μεταξιού της Γρανάδας, χριστιανοί στρατιώτες χτίζουν ένα τείχος, όχι από πέτρα, αλλά από βιβλία. Εκατοντάδες χιλιάδες χειρόγραφα ιατρικής, αστρονομίας, ποίησης και θεολογίας στοιβάζονται στην πλατεία. Η συλλογική μνήμη ενός ολόκληρου πολιτισμού παραδίδεται στις φλόγες. Ο αρχιεπίσκοπος Χιμένεθ ντε Σισνέρος, εξομολογητής της βασίλισσας Ισαβέλλας, κατανοεί κάτι που οι στρατιώτες του αγνοούν: δεν νικάς έναν λαό στο πεδίο της μάχης. Τον νικάς όταν καίς όσα γνωρίζει, όσα θυμάται, την ίδια του την ταυτότητα.

Η πολιτική της λήθης

Οι δύο αυτές αφηγήσεις παραμένουν ζωντανές στα σχολικά βιβλία της Δύσης και, όλο και περισσότερο, στην πολιτική της. Μετά από περισσότερα από 1.300 χρόνια μιας περίπλοκης, κοινής ιστορίας, οι μουσουλμάνοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται από ορισμένους στην Ευρώπη ως ξένοι. Ο σπουδαίος πολιτικός ιστορικός και συγγραφέας, Τάρικ Άλι, ξετυλίγει το νήμα αυτής της διαχρονικής σύγκρουσης, αναδεικνύοντας πώς η ιστορία εργαλειοποιείται για την εξυπηρέτηση σύγχρονων γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων.

Στο εμβληματικό του έργο «Στη σκιά της ροδιάς», ο Άλι εστιάζει ακριβώς σε αυτό το σημείο καμπής: την καύση των βιβλίων στη Γρανάδα. Δεν επρόκειτο απλώς για μια πράξη θρησκευτικού μίσους, αλλά για μια υπολογισμένη στρατηγική πολιτισμικής γενοκτονίας. Η καθολική εκκλησία γνώριζε καλά τη δυναμική της αφομοίωσης. Η εξάλειψη της γλώσσας, της κουλτούρας και η επιβολή βίαιων προσηλυτισμών ήταν το απόλυτο εργαλείο κυριαρχίας. Ωστόσο, η ιστορία είναι βαθιά αλληλένδετη. Όσο κι αν το επίσημο αφήγημα προσπαθεί να την διαγράψει, η μνήμη επιβιώνει πεισματικά, κρυμμένη σε αραβικά τοπωνύμια ισπανικών πόλεων και σε οικογενειακές παραδόσεις που μεταφέρονται ψιθυριστά από γενιά σε γενιά.

Η ψευδαίσθηση της αποκλειστικότητας

Σήμερα, υπάρχει ένας διάχυτος ρομαντισμός γύρω από την Ανδαλουσία, συχνά ιδωμένη ως το απόγειο του ισλαμικού χρυσού αιώνα, μια εποχή ειρηνικής συνύπαρξης. Η αλήθεια είναι ταυτόχρονα πιο πεζή και πιο εντυπωσιακή. Κοινότητες μουσουλμάνων, χριστιανών και εβραίων συμβίωναν, συχνά σε περίπλοκες συμμαχίες, όπου ένας χριστιανός και ένας μουσουλμάνος ηγεμόνας ενώνονταν εναντίον άλλων, μικτών συνασπισμών. Η θρησκεία, στην καθημερινή άσκηση της εξουσίας, είχε μικρότερη βαρύτητα από ό,τι φανταζόμαστε σήμερα.

Ιδιαίτερα για τους εβραίους, η περίοδος της μουσουλμανικής κυριαρχίας στην Ισπανία αποτέλεσε μια ιστορική ακμή, μια σεφαραδίτικη αναγέννηση. Όπως επισημαίνουν εβραίοι ιστορικοί, η κοινότητά τους ποτέ δεν είχε ανέλθει τόσο ψηλά, αναλαμβάνοντας ρόλους συμβούλων και κρατικών αξιωματούχων. Η βίαιη εκδίωξή τους το 1492 τους οδήγησε να βρουν καταφύγιο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου παρέμειναν ασφαλείς για αιώνες. Αντίθετα, οι σύγχρονες αφηγήσεις —όπως αυτές που προωθούνται από αναθεωρητές ιστορικούς— επιχειρούν να υποβαθμίσουν αυτή την πραγματικότητα, αδυνατώντας ωστόσο να σβήσουν τα ιστορικά τεκμήρια.

Ο Δον Κιχώτης ως πράξη αντίστασης

Η ιστορική μνήμη διαπερνά ακόμη και τα θεμέλια της δυτικής λογοτεχνίας. Ο «Δον Κιχώτης» του Θερβάντες, πέρα από το χιουμοριστικό του περίβλημα, αποτελεί μια βαθιά, συγκαλυμμένη κριτική απέναντι στην Καθολική Εκκλησία και την Ιερά Εξέταση. Οι αναφορές σε έρημα χωριά που κάποτε έσφυζαν από ζωή, ή σε εξόριστους μουσουλμάνους που επιστρέφουν κρυφά τη νύχτα για να ανακτήσουν τους θαμμένους θησαυρούς τους, μιλούν απευθείας στο υποσυνείδητο της ισπανικής κοινωνίας της εποχής.

Δον Κιχώτης χωρίς τέλος - ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο πόνος του εκτοπισμού, η δήλωση ότι «όπου κι αν πάμε, ποτέ δεν μπορούμε να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε τις ζωές μας εδώ», αντηχεί συγκλονιστικά στο σήμερα, θυμίζοντας το δράμα του παλαιστινιακού λαού. Είναι η καθολική ιστορία των ανθρώπων που ξεριζώνονται βίαια από τη γη τους, αφήνοντας πίσω τους σπίτια και αιώνες ιστορίας.

Η ευρωπαϊκή υποκρισία

Γιατί, όμως, η Ευρώπη δεν αντιμετώπισε ποτέ την ανδαλουσιανή της κληρονομιά όπως, για παράδειγμα, τη νορμανδική κατάκτηση; Η απάντηση κρύβεται στον φόβο. Ο χριστιανισμός αντιλήφθηκε το Ισλάμ ως μια υπαρξιακή απειλή. Η ταχύτατη εξάπλωση της νέας θρησκείας, που μέσα σε έναν αιώνα έφτασε από τον Ατλαντικό μέχρι τον Ειρηνικό, προκάλεσε τρόμο στις ευρωπαϊκές ελίτ. Όπως σημείωνε ειρωνικά ο Βρετανός ιστορικός Έντουαρντ Γκίμπον, αν οι Άραβες δεν είχαν χάσει μερικές κρίσιμες μάχες, ίσως σήμερα στα κολέγια της Οξφόρδης να διδασκόταν το Κοράνι.

Η Εκκλησία συσπειρώθηκε απέναντι σε αυτή την απειλή, αρνούμενη να αναγνωρίσει το τεράστιο χρέος της δυτικής Αναγέννησης στους ισλαμιστές λογίους. Δεν ήταν απλώς η διάσωση και η μετάφραση των αρχαίων ελληνικών κειμένων του Αριστοτέλη και του Σωκράτη. Διανοητές όπως ο Αβερρόης (Ιμπν Ρουσντ) και ο Αβικέννας (Ιμπν Σίνα) παρήγαγαν πρωτότυπη, ριζοσπαστική σκέψη. Η Ευρώπη οικειοποιήθηκε τις ανακαλύψεις τους στα μαθηματικά, την ιατρική και την αστρονομία (η Άλγεβρα, άλλωστε, είναι αραβική εφεύρεση), φροντίζοντας παράλληλα να δαιμονοποιήσει τους δημιουργούς τους.

Ο μύθος της σύγκρουσης των πολιτισμών

Στη σύγχρονη εποχή, αυτός ο διχασμός αναβιώνει μέσα από το αφήγημα της «σύγκρουσης των πολιτισμών». Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, το δόγμα του Τζορτζ Μπους, συγκαλυμμένο πίσω από τη ρητορική μιας νέας σταυροφορίας, βρήκε το τέλειο άλλοθι. Ο Άλι απορρίπτει κατηγορηματικά αυτόν τον όρο, κάνοντας λόγο για μια σύγκρουση φονταμενταλισμών: από τη μία ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός της Αλ Κάιντα, και από την άλλη ο αυτοκρατορικός φονταμενταλισμός των ΗΠΑ.

Σαν σήμερα 12 Δεκεμβρίου ο Τζορτζ Μπους ανακηρύσσεται νέος πρόεδρος των ΗΠΑ

Η ειδοποιός διαφορά είναι η ισχύς. Ο αυτοκρατορικός φονταμενταλισμός διαθέτει την απόλυτη κρατική και στρατιωτική δύναμη, καθιστώντας τον απείρως πιο καταστροφικό. Και οι δύο πλευρές, ωστόσο, στερούνται πραγματικής ιστορικής συνείδησης. Χρησιμοποιούν τη θεολογία και τον πατριωτισμό, αντίστοιχα, ως προσχήματα για την προώθηση ωμών συμφερόντων. Όταν εξυπηρετούσε τα αυτοκρατορικά σχέδια, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου στο Αφγανιστάν, οι δύο αυτοί «εχθροί» λειτούργησαν ως απολύτως εναρμονισμένοι σύμμαχοι.

Η ανατομία της σύγχρονης ισλαμοφοβίας

Σήμερα, παρατηρούμε μια τρομακτική άνοδο εθνικιστικών κινημάτων σε όλη τη Δύση. Κομματικοί σχηματισμοί όπως το AfD στη Γερμανία ή το κίνημα MAGA στις ΗΠΑ, επενδύουν στο αφήγημα της «μεγάλης αντικατάστασης», υποστηρίζοντας ότι ο ευρωπαϊκός και λευκός πολιτισμός απειλείται με αφανισμό από τους μουσουλμάνους μετανάστες.

Πρόκειται για μια υποκριτική και επικίνδυνη κατασκευή. Σοβαροί αναλυτές μέσα από το ίδιο το αμερικανικό κατεστημένο, όπως ο Τσάλμερς Τζόνσον στο βιβλίο του «Blowback», προειδοποιούσαν πολύ πριν το 2001 ότι οι επιθετικές πρακτικές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής θα έφερναν τελικά βίαια αντίποινα. Αντί η Δύση να κάνει την αυτοκριτική της, επέλεξε την εργαλειοποίηση της ισλαμοφοβίας.

Παγκόσμια Ημέρα Κατά της Ισλαμοφοβίας: Αμφισβητώντας το αφήγημα του «βίαιου μουσουλμάνου» | in.gr

Η ρητορική μίσους του σήμερα αναπαράγει με ανατριχιαστική ακρίβεια την αντισημιτική προπαγάνδα της δεκαετίας του 1930. Τότε, τα βρετανικά ταμπλόιντ περιέγραφαν τους εβραίους ως απειλή επειδή φορούσαν «περίεργα ρούχα», έτρωγαν «κοσέρ» κρέας και ήταν «υπερβολικά έξυπνοι» παίρνοντας τις θέσεις στα σχολεία. Σήμερα, τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα ανασύρονται για τις μαντίλες και το κρέας χαλάλ. Η Δύση πάσχει από ιστορική αμνησία, λησμονώντας ότι μόλις τη δεκαετία του 1920, οι γυναίκες στις αμερικανικές παραλίες υποχρεούνταν νομικά να είναι πλήρως καλυμμένες.

Τα πραγματικά οικονομικά αίτια Η ουσία του προβλήματος, σύμφωνα με τον Άλι, δεν βρίσκεται στην κουλτούρα, αλλά στην οικονομία. Η επίθεση στους μετανάστες εντείνεται όταν το ίδιο το σύστημα αποτυγχάνει. Η καπιταλιστική πολιτική στη Δύση αδειάζει από περιεχόμενο. Σε περιόδους πλήρους απασχόλησης και οικονομικής ευημερίας, η προκατάληψη υποχωρεί. Όταν, όμως, το κοινωνικό κράτος διαλύεται και οι ελίτ αρνούνται να δαπανήσουν τα αναγκαία κεφάλαια για την ευημερία των πολλών, αναζητούνται αποδιοπομπαίοι τράγοι.

Η βαθύτερη ανησυχία της Δύσης πηγάζει από την απώλεια της παγκόσμιας ηγεμονίας. Η Κίνα απέδειξε ότι η οικονομική ισχύς και η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν απαιτούν απαραίτητα το δυτικό μοντέλο φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτή η διαπίστωση προκαλεί πανικό στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές ελίτ, ένας πανικός που μεταφράζεται σε εσωτερική καταστολή και ρατσισμό. Ο φόβος απέναντι στους μετανάστες που προοδεύουν (από δημάρχους μητροπόλεων μέχρι επικεφαλής κρατών) δεν είναι φόβος πολιτισμικής αλλοίωσης, αλλά ταξικής και πολιτικής αμφισβήτησης.

Το καθήκον απέναντι στο μέλλον Απέναντι σε αυτή τη δυστοπία, η χειρότερη επιλογή είναι η παράδοση στη νοσταλγία. Είναι κατανοητό, ειδικά μπροστά στη σημερινή τραγωδία που εκτυλίσσεται στη Γάζα, να νιώθει κανείς ότι δεν ανήκει σε αυτές τις δυτικές κοινωνίες της ένοχης σιωπής. Ωστόσο, η υποχώρηση είναι αποδοχή της ήττας.

Όπως επισημαίνει ο Άλι, μέσα από τη δική του διαδρομή διώξεων από πολλαπλά κράτη, δεν υπάρχει η ιδανική πατρίδα για να επιστρέψει κανείς. Ο αγώνας πρέπει να δοθεί εδώ και τώρα. Η ιστορία δεν προσφέρεται για να θρηνούμε το παρελθόν, αλλά για να αντλούμε εργαλεία για το παρόν. Το ζητούμενο δεν είναι να αναπολούμε τις στιγμές ειρηνικής συνύπαρξης της Ανδαλουσίας, αλλά να μελετήσουμε ποιες δομές την κατέστησαν δυνατή και πώς μπορούμε να τις φυτέψουμε ξανά, σε ένα εντελώς νέο, απαιτητικό έδαφος, για το μέλλον των επόμενων γενεών.