Στα ερείπια του Σιδηρού Παραπετάσματος, σε ένα κάστρο στην Ουγγαρία, οι ηγέτες της Πολωνίας, της Τσεχοσλοβακίας και της Ουγγαρίας υπέγραψαν τη διακήρυξη του Βίσεγκραντ. Ο στόχος ήταν σαφής: η ταχύτατη μετάβαση από την κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία στην ελεύθερη αγορά και η «φυγή προς τη Δύση» (ΕΕ και ΝΑΤΟ).
Τότε, η κίνηση αυτή χαιρετίστηκε ως ο θρίαμβος του φιλελευθερισμού. Τρεις δεκαετίες αργότερα, η οικονομική ανάγνωση είναι πιο σύνθετη. Οι χώρες αυτές έγιναν το βιομηχανικό «εργοστάσιο» της Γερμανίας, προσφέροντας φθηνό, εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Όμως, δημιούργησαν μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Η εξάρτηση από τις γερμανικές εξαγωγές αυτοκινήτων τις καθιστά σήμερα ευάλωτες στην παγκόσμια απο-παγκοσμιοποίηση και την άνοδο της κινεζικής ηλεκτροκίνησης.
Η σημερινή οικονομική σημασία του Βίσεγκραντ είναι κρίσιμη. Από πρότυπα μετάβασης, έχουν μετατραπεί σε «αγκάθι» για την ομοσπονδιακή εξέλιξη της ΕΕ, χρησιμοποιώντας το οικονομικό τους βάρος ως μοχλό πίεσης για κονδύλια και εξαιρέσεις. Το μάθημα του 1991 είναι ότι οι οικονομικές ενώσεις που βασίζονται μόνο στην κοινή απειλή (τότε η ΕΣΣΔ, τώρα ίσως η Ρωσία) τείνουν να ραγίζουν όταν η απειλή σταθεροποιείται ή όταν τα οικονομικά συμφέροντα των μελών αρχίζουν να αποκλίνουν. Η «Παγίδα του Μεσαίου Εισοδήματος» απειλεί πλέον αυτές τις οικονομίες, καθώς το μοντέλο του φθηνού κόστους έχει εξαντληθεί.

