Το Τέλος Της Bear Stearns Και Το Ηθικό Ρίσκο
29 Μαΐου 2008
Η 29η Μαΐου 2008 ήταν η μέρα που η Wall Street νομιμοποίησε επίσημα την ασυδοσία της εις βάρος της πραγματικής οικονομίας. Εκείνη την ημέρα, οι μέτοχοι της Bear Stearns ενέκριναν επισήμως το ξεπούλημα της ιστορικής επενδυτικής τράπεζας στην JP Morgan, μια συμφωνία που μεθοδεύτηκε εν κρυπτώ από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed). Αυτό δεν ήταν μια απλή εξαγορά· ήταν το απόλυτο, κυνικό μανιφέστο του δόγματος "Too Big To Fail" (Πολύ Μεγάλοι για να Καταρρεύσουν). Για πρώτη φορά, κεντρικοί τραπεζίτες προσέφεραν δεκάδες δισεκατομμύρια ως εγγύηση για να απορροφήσουν τα τοξικά παράγωγα, αποδεικνύοντας ότι στο σύγχρονο χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται ανελέητα, αλλά οι ζημιές κοινωνικοποιούνται αυστηρά.
Οι συνέπειες αυτής της ημέρας παραμένουν δραματικά επίκαιρες. Η διάσωση της Bear Stearns αποτέλεσε τον πρόδρομο της ποσοτικής χαλάρωσης (QE), η οποία πλημμύρισε αργότερα τις αγορές με φθηνό χρήμα, εκτοξεύοντας τον δομικό πληθωρισμό που βιώνουμε σήμερα. Αντί να αφήσει την αγορά να αυτορρυθμιστεί, η Δύση εθίστηκε στα κρατικά bailouts. Η πρόσφατη κατάρρευση περιφερειακών τραπεζών στις ΗΠΑ και η κρίση της Credit Suisse απέδειξαν περίτρανα ότι το σύστημα παραμένει εξίσου σαθρό. Το ηθικό ρίσκο (moral hazard) που θεμελιώθηκε οριστικά τον Μάιο του 2008, συνεχίζει να οδηγεί σε ακραία ριψοκίνδυνες τοποθετήσεις, με τα χρηματιστήρια να προεξοφλούν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα παρέμβουν πάντα για να σώσουν τα κεφάλαια της ελίτ, αδιαφορώντας για το λογαριασμό που πληρώνει η μεσαία τάξη.