Tο συμβούλιο της Enron και η εταιρική απάτη
25 Αυγούστου 1999
Στις 25 Αυγούστου 1999, το διοικητικό συμβούλιο του ενεργειακού κολοσσού της Enron έλαβε μια απόφαση που σφράγισε μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας. Με μια σκανδαλώδη εξαίρεση από τον κώδικα εταιρικής δεοντολογίας, επέτρεψε στον Οικονομικό Διευθυντή (CFO), Άντι Φάστοου, να διαχειρίζεται ταυτόχρονα τις περιβόητες εταιρείες ειδικού σκοπού (SPVs), γνωστές ως συνεργασίες LJM. Αυτή η φαινομενικά τεχνική νομική παράκαμψη ήταν ο απόλυτος, κυνικός μηχανισμός συγκάλυψης: επέτρεψε στην εταιρεία να κρύβει δισεκατομμύρια τοξικού χρέους εκτός ισολογισμού, εμφανίζοντας στις αγορές μια ψευδαίσθηση ασταμάτητης, ραγδαίας κερδοφορίας.
Μακροοικονομικά, το σκάνδαλο της Enron δεν ήταν απλώς η αποτυχία μιας εταιρείας, αλλά η πλήρης χρεοκοπία του συστήματος εποπτείας της Wall Street. Οι οίκοι αξιολόγησης, οι ελεγκτικές εταιρείες (όπως η Arthur Andersen) και οι επενδυτικές τράπεζες συνέπραξαν σιωπηλά, καθώς το κεφάλαιο που έρρεε από τις προμήθειες έκλεινε τα στόματα των ρυθμιστών. Το γεγονός απέδειξε πώς η ακραία χρηματιστικοποίηση (financialization) της ενέργειας και η απόλυτη απορρύθμιση των αγορών δημιουργούν τεράστιες μαύρες τρύπες. Σήμερα, καθώς το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα παρακολουθεί τη γιγάντωση των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και του σκιώδους τραπεζικού συστήματος (shadow banking), η 25η Αυγούστου 1999 παραμένει μια σκληρή προειδοποίηση. Η εταιρική απληστία, όταν συγκαλύπτεται από θεσμική συνενοχή, οδηγεί αναπόφευκτα στην εξαέρωση της ρευστότητας και στην καταστροφή των αποταμιεύσεων χιλιάδων ανυποψίαστων εργαζομένων που εμπιστεύτηκαν τον δομικό μύθο των αυτορρυθμιζόμενων αγορών.

