Το CERN γεννιέται και η επιστήμη γίνεται επένδυση
29 Σεπτεμβρίου 1954
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1954 τέθηκε σε ισχύ η ιδρυτική σύμβαση του CERN, δημιουργώντας επίσημα τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Πυρηνικών Ερευνών. Δώδεκα χώρες αποτέλεσαν τα ιδρυτικά μέλη — μεταξύ τους και η Ελλάδα — σε μια εποχή κατά την οποία η Ευρώπη προσπαθούσε ακόμη να ανασυγκροτήσει τις οικονομίες και τις επιστημονικές υποδομές της μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η δημιουργία του CERN δεν ήταν μόνο επιστημονικό εγχείρημα. Ήταν και μια από τις πρώτες μεγάλες ευρωπαϊκές προσπάθειες κοινής χρηματοδότησης υποδομών που καμία χώρα δεν θα μπορούσε εύκολα να αναπτύξει μόνη της. Τα κράτη-μέλη ανέλαβαν να συνεισφέρουν στο κεφάλαιο και στο λειτουργικό κόστος του οργανισμού, δημιουργώντας ένα μοντέλο υπερεθνικής επένδυσης στην έρευνα.
Ένας από τους βασικούς λόγους δημιουργίας του εργαστηρίου ήταν να ανακτηθεί η επιστημονική δυναμική που είχε χάσει η Ευρώπη εξαιτίας του πολέμου και της φυγής κορυφαίων ερευνητών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το CERN περιέγραψε αργότερα αυτή την ανάγκη ως προσπάθεια αντιμετώπισης του ευρωπαϊκού brain drain και δημιουργίας ξανά ερευνητικών υποδομών παγκόσμιας κλάσης.
Η οικονομική επίδραση του μοντέλου αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη από την αρχική χρηματοδότηση της φυσικής υψηλών ενεργειών. Οι ανάγκες των πειραμάτων ώθησαν την ανάπτυξη προηγμένων τεχνολογιών σε υπεραγωγούς, ανιχνευτές, υπολογιστικά συστήματα, κρυογενική τεχνολογία και ηλεκτρονικά. Και το γνωστότερο παράδειγμα μεταφοράς γνώσης προς την οικονομία είναι φυσικά το World Wide Web, το οποίο αναπτύχθηκε δεκαετίες αργότερα στο CERN ως μέσο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ ερευνητών.
Το CERN αποτέλεσε επίσης μεγάλο αγοραστή τεχνολογικού εξοπλισμού, διοχετεύοντας δημόσια ερευνητική χρηματοδότηση σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας. Δημιουργήθηκε έτσι ένας κύκλος στον οποίο η βασική έρευνα τροφοδοτούσε την καινοτομία, την τεχνογνωσία και νέες βιομηχανικές δυνατότητες.
Η 29η Σεπτεμβρίου 1954 αποτελεί επομένως ένα σημαντικό ορόσημο όχι μόνο στην επιστήμη αλλά και στην ιστορία της ευρωπαϊκής οικονομίας της γνώσης: τη στιγμή που χώρες με διαφορετικά συμφέροντα αποφάσισαν ότι ορισμένες τεχνολογικές επενδύσεις αποδίδουν περισσότερο όταν γίνονται από κοινού.

