Μόλις λίγες μέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Πρόεδρος Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ (FDR) υπογράφει τον νόμο Beer and Wine Revenue Act, ο οποίος νομιμοποιεί την πώληση μπύρας και κρασιού με χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ (3,2%), κάνοντας το πρώτο μεγάλο βήμα για την κατάργηση της Ποτοαπαγόρευσης (Prohibition).
Από οικονομική σκοπιά, η Ποτοαπαγόρευση ήταν μια καταστροφική παρέμβαση στην αγορά. Όχι μόνο απέτυχε να μειώσει τη ζήτηση (δημιουργώντας το πανίσχυρο καρτέλ του Αλ Καπόνε), αλλά, το κυριότερο, στέρησε από το κράτος δισεκατομμύρια σε πιθανά φορολογικά έσοδα (excise taxes). Εν μέσω της Μεγάλης Ύφεσης, το αμερικανικό δημόσιο ταμείο ήταν άδειο.
Η 22α Μαρτίου 1933 μας διδάσκει το μάθημα της σκιώδους οικονομίας: όταν η ζήτηση για ένα αγαθό είναι ανελαστική, η απαγόρευσή του απλώς μεταφέρει τα υπερκέρδη στο οργανωμένο έγκλημα. Ο Ρούζβελτ νομιμοποίησε ξανά την μπύρα όχι από ηθική χαλάρωση, αλλά από καθαρή, ψυχρή ανάγκη για ρευστότητα και κρατικά έσοδα. Η «οικονομία της αμαρτίας» (sin economy) αποτελεί παραδοσιακά την πιο εύκολη φορολογική δεξαμενή σε καιρούς κρίσης.

