O νόμος Kλίντον και το τέλος του κράτους πρόνοιας
22 Αυγούστου 1996
Στις 22 Αυγούστου 1996, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον υπέγραψε τον νόμο PRWORA, διακηρύσσοντας με περηφάνια «το τέλος της πρόνοιας όπως την ξέραμε». Ο νόμος αυτός κατάργησε το ομοσπονδιακό δίχτυ ασφαλείας που υπήρχε από την εποχή του New Deal, αντικαθιστώντας τα μόνιμα επιδόματα με αυστηρά προσωρινά προγράμματα που απαιτούσαν υποχρεωτική εργασία. Επισήμως, πουλήθηκε ως το απόλυτο εργαλείο καταπολέμησης της φτώχειας. Στη σκληρή μακροοικονομική πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν μια κολοσσιαία ιδεολογική νίκη του νεοφιλελευθερισμού και του κεφαλαίου. Εξαναγκάζοντας εκατομμύρια ευάλωτους πολίτες να μπουν βίαια στην αμερικανική αγορά εργασίας, η προσφορά ανειδίκευτου προσωπικού εκτοξεύτηκε εν μία νυκτί. Αυτή η υπερπροσφορά εργατικών χεριών λειτούργησε ως ο απόλυτος πολιορκητικός κριός για τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες.
Το εργατικό κόστος στον τομέα των υπηρεσιών και της εστίασης συμπιέστηκε αμείλικτα, καθώς οι εργαζόμενοι δεν είχαν πλέον καμία διαπραγματευτική δύναμη ή εναλλακτική λύση επιβίωσης. Η 22η Αυγούστου του 1996 σηματοδότησε την πλήρη αποσύνδεση της αύξησης της παραγωγικότητας από τους μισθούς. Σήμερα, όπου η βιομηχανία της ελαστικής εργασίας (gig economy) θησαυρίζει πάνω σε συμβόλαια πείνας και ανύπαρκτη ασφάλιση, κατανοούμε ότι τα τεράστια εταιρικά περιθώρια κέρδους χτίστηκαν πάνω στη διάλυση εκείνου του κοινωνικού συμβολαίου, αποδεικνύοντας ότι το κράτος νομοθετεί σταθερά υπέρ της κερδοφορίας των μονοπωλίων.

