Το αμερικανικό Κογκρέσο, υπό την πίεση του τεράστιου δημόσιου χρέους μετά τον Πόλεμο του 1812, χορηγεί καταστατικό χάρτη 20 ετών για την ίδρυση της Δεύτερης Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών (Second Bank of the United States).
Από μακροοικονομική σκοπιά, αυτή η κίνηση ήταν μια απέλπιδα προσπάθεια του Κράτους να ανακτήσει τον έλεγχο της Νομισματικής Προσφοράς (Money Supply). Μετά τη λήξη του καταστατικού της Πρώτης Τράπεζας το 1811, οι ιδιωτικές και πολιτειακές τράπεζες είχαν τυπώσει τεράστιες ποσότητες χαρτονομισμάτων χωρίς αντίκρισμα (wildcat banking), πυροδοτώντας διψήφιο πληθωρισμό και υποτιμώντας το νόμισμα σε βαθμό που το κράτος αδυνατούσε να χρηματοδοτηθεί.
Η 10η Απριλίου 1816 ανέδειξε την αιώνια σύγκρουση του αμερικανικού καπιταλισμού: τη μάχη ανάμεσα στον συγκεντρωτικό ρυθμιστικό έλεγχο και την ανεξέλεγκτη ελεύθερη αγορά. Η Δεύτερη Τράπεζα κατάφερε να επιβάλει νομισματική πειθαρχία μαζεύοντας την πλεονάζουσα ρευστότητα, αλλά το τίμημα ήταν ο φόβος της συγκέντρωσης ισχύος, ο οποίος αργότερα θα οδηγούσε στον περίφημο «Πόλεμο των Τραπεζών» του Άντριου Τζάκσον και τη διάλυσή της.

