Η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης αποτελεί αναμφίβολα ένα κορυφαίο εθνικό και στρατιωτικό γεγονός, αλλά μακροοικονομικά έκρυβε μια ωμή αλήθεια: οι επαναστάσεις κοστίζουν. Χωρίς φορολογικό μηχανισμό, ο αγώνας σύντομα ξέμεινε από ρευστότητα, οδηγώντας την προσωρινή κυβέρνηση στην αναζήτηση εξωτερικού δανεισμού.
Η λύση ήρθε από το City του Λονδίνου (1824 και 1825). Η έκδοση των Δανείων της Ανεξαρτησίας δεν ήταν μια πράξη φιλελληνικής φιλανθρωπίας, αλλά ένα κερδοσκοπικό παιχνίδι υψηλού ρίσκου (high-yield bonds) από Βρετανούς επενδυτές. Ωστόσο, η κίνηση αυτή είχε μια τεράστια νομική και γεωπολιτική παρενέργεια: οι αγορές ομολόγων αναγνώρισαν de facto την Ελλάδα ως κυρίαρχη κρατική οντότητα, πολύ πριν την αναγνωρίσουν επίσημα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Η 25η Μαρτίου μας υπενθυμίζει τον κανόνα του χρέους: η οικονομική εξάρτηση συμβαδίζει πάντα με την εθνική κυριαρχία. Οι Βρετανοί επενδυτές (και κατ’ επέκταση η βρετανική κυβέρνηση) είχαν πλέον άμεσο, υλιστικό συμφέρον να μην ηττηθούν οι Έλληνες, ώστε να πάρουν τα λεφτά τους πίσω. Τα δάνεια αυτά, αν και κατασπαταλήθηκαν και οδήγησαν στην πρώτη χρεοκοπία (1827), αποτέλεσαν το απόλυτο γεωοικονομικό «ασφαλιστήριο συμβόλαιο» για τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.

