Το Συμβούλιο και το Ευρωκοινοβούλιο διαφωνούν για προϋπολογισμό ΕΕ
Η Κυπριακή Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέβαλε πρόταση για τον ενωσιακό προϋπολογισμό της περιόδου 2028-34, προβλέποντας περικοπές της τάξης του 2% σε σχέση με το αρχικό ποσό των δύο τρισεκατομμυρίων ευρώ.
Η πρόταση, που κατατέθηκε την Πέμπτη, προκάλεσε διαφωνίες τόσο μεταξύ κρατών-μελών που ζητούν περαιτέρω μειώσεις, όσο και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο απορρίπτει την εισήγηση του Συμβουλίου.
Αυτό το «διαπραγματευτικό πλαίσιο» διαμορφώθηκε έπειτα από μήνες διαβουλεύσεων με τις 27 κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προβλέπει μικρότερες αυξήσεις στις δαπάνες που αφορούν την άμυνα και την ανταγωνιστικότητα, σε σύγκριση με τις αρχικές εισηγήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Ιούλιο του 2025.
Ταυτόχρονα, η πρόταση προβλέπει μια ελαφρά αύξηση της χρηματοδότησης για τη στήριξη των αγροτών και τη σύγκλιση των επιπέδων διαβίωσης εντός της Ένωσης, αν και διατηρεί τη γενική τάση μείωσης αυτών των δαπανών. Η στρατηγική της ΕΕ είναι να ανακατευθύνει πόρους προς την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της σε νέες τεχνολογίες απέναντι σε Κίνα και Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στην αντιμετώπιση της ρωσικής επιθετικότητας.
Παρουσιάζοντας την πρόταση, η υφυπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Κύπρου, Μαριλένα Ραουνά, χαρακτήρισε την εισήγηση ως συμβιβασμό, τονίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν όλες οι πλευρές. Επισήμανε ότι η προεδρία είχε ως καθήκον να παρουσιάσει τους πρώτους αριθμούς, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μια μετριοπαθή μείωση 2%. Παράλληλα, ανέφερε ότι ελήφθησαν υπόψη οι ανησυχίες χωρών με ΑΕΕ κάτω από το 90% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αναφερόμενη στα κράτη που είναι καθαροί αποδέκτες κονδυλίων.
Η κ. Ραουνά εξέφρασε την πεποίθηση ότι η πρόταση αποτελεί έναν ισορροπημένο συμβιβασμό, ικανό να λειτουργήσει ως βάση για τις επερχόμενες διαπραγματεύσεις.
Αντιθέτως, χώρες που είναι καθαροί συνεισφέροντες στον προϋπολογισμό ζήτησαν πιο ουσιαστικές περικοπές. Ο υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας, Έελκο Χέινεν, χαρακτήρισε το πλαίσιο ως απαράδεκτο για τη χώρα του, δηλώνοντας ότι «η πρόταση χρηματοδοτεί τις προτεραιότητες του χθες εις βάρος των προκλήσεων του αύριο».
Παράλληλα, κριτική στην πρόταση της προεδρίας ασκήθηκε και από πλευρές που υποστηρίζουν την ανάγκη αύξησης του προϋπολογισμού για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ευρώπη.
Οι εισηγητές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τον προϋπολογισμό, Σίγκφριντ Μουρεσάν (ΕΛΚ, Ρουμανία) και Κάρλα Ταβάρες (S&D, Πορτογαλία), εξέφρασαν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την πορεία των συζητήσεων στο Συμβούλιο.
Σε κοινή τους δήλωση, απέρριψαν την πρόταση του Συμβουλίου, υποστηρίζοντας ότι «δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες της Ευρώπης ούτε στη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως δημοκρατικού και δημοσιονομικού θεσμού της Ένωσης».
Οι δύο ευρωβουλευτές προειδοποίησαν ότι οι προτεινόμενες περικοπές θα επηρεάσουν αρνητικά κρίσιμους τομείς, όπως η αγροτική πολιτική, η πολιτική συνοχής, η ασφάλεια και η ανταγωνιστικότητα. Υπογράμμισαν επίσης την ανάγκη για τη δημιουργία νέων ιδίων πόρων της ΕΕ, προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω επιβάρυνση των κρατών-μελών.
Ο κ. Μουρεσάν επεσήμανε ότι «η μόνη αξιόπιστη λύση για να μη μειωθούν τα προγράμματα που είναι ζωτικής σημασίας για τους Ευρωπαίους πολίτες είναι η συμφωνία για νέες πηγές εσόδων», καλώντας τα κράτη να επιλέξουν μεταξύ περικοπών στη χρηματοδότηση για έρευνα και ασφάλεια ή τη διασφάλιση δίκαιης συνεισφοράς από τις παγκόσμιες ψηφιακές εταιρείες.
Η κ. Ταβάρες προσέθεσε ότι το Κοινοβούλιο θα συνεχίσει να υπερασπίζεται «ισχυρή και διακριτή χρηματοδότηση για την πολιτική συνοχής, την Κοινή Αγροτική Πολιτική και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο», καθώς αυτές αποτελούν, όπως ανέφερε, τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και της κοινωνικής σύγκλισης.
Οι εισηγητές ολοκλήρωσαν υπογραμμίζοντας ότι η ΕΕ χρειάζεται επαρκείς πόρους για τη στήριξη της Ουκρανίας, την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ενίσχυση της διεθνούς της παρουσίας. Προειδοποίησαν ότι «οι περικοπές σε αυτή τη συγκυρία θα έστελναν λάθος μήνυμα σε όσους βασίζονται στην Ένωση» και δήλωσαν έτοιμοι να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις μόλις τα κράτη-μέλη συμφωνήσουν σε πλήρη εντολή, με στόχο την ολοκλήρωση των συνομιλιών έως το τέλος του 2026.
