Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσδιόρισε τις εκλογές για το 2027
Την άνοιξη του 2027 αναμένεται να διεξαχθούν οι επόμενες εκλογές, όπως δήλωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης την Πέμπτη.
Η αιτιολόγηση για τον χρόνο διεξαγωγής συνδέεται με την ανάληψη της προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα, την 1η Ιουλίου.
Σε συνέντευξή του στον ΑΝΤ1, ο κ. Μητσοτάκης επανέλαβε ότι η Νέα Δημοκρατία στοχεύει στην αυτοδυναμία. Δήλωσε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, ενώ υπογράμμισε ότι οι πολίτες επιλέγουν όχι μόνο κόμμα αλλά και πρωθυπουργό.
Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε την ακρίβεια ως μείζον πρόβλημα για τα νοικοκυριά, αποδίδοντάς την πρωτίστως στις διεθνείς τιμές των καυσίμων. Επισήμανε τις κυβερνητικές ενέργειες, όπως οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού και οι φοροελαφρύνσεις, καθώς και η ενίσχυση οικογενειών και συνταξιούχων, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της Οικονομίας των νοικοκυριών.
Ως προς το ζήτημα της μείωσης του ΦΠΑ και του ειδικού φόρου κατανάλωσης, ο κ. Μητσοτάκης εξέπρασε την αντίθεσή του, χαρακτηρίζοντας τα εν λόγω μέτρα ως δημοσιονομικά μη βιώσιμα.
Ο πρωθυπουργός απέκλεισε το ενδεχόμενο επαναφοράς του 13ου μισθού στο Δημόσιο, υποστηρίζοντας ότι μεγάλο μέρος των σχετικών διεκδικήσεων έχει ήδη καλυφθεί από τις αυξήσεις που έχει δρομολογήσει η κυβέρνηση. Τόνισε ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται οι δημόσιοι υπάλληλοι ως ενιαία κατηγορία, καθώς συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες, όπως γιατροί και ένστολοι, έχουν λάβει στοχευμένες αυξήσεις και παροχές.
Σχετικά με τις αυξήσεις αποδοχών των μητροπολιτών, ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε ότι δεν ανταποκρίνονται στα ποσοστά που έχουν παρουσιαστεί δημόσια. Υπογράμμισε ότι επρόκειτο για ένα πάγιο αίτημα της Εκκλησίας της Ελλάδος, τονίζοντας ότι ήταν δύσκολο να γίνει αποδεκτό ο μισθός ενός μητροπολίτη να είναι σημαντικά χαμηλότερος από αυτόν ενός μουφτή. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση έκρινε πως είχε έρθει η στιγμή για την ικανοποίηση αυτού του αιτήματος, ενώ υπενθύμισε την προηγούμενη ρύθμιση του ζητήματος των οργανικών θέσεων των ιερέων.
Αναφορικά με τις υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, των Τεμπών και των υποκλοπών, ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η Δικαιοσύνη διερευνά όλα τα ζητήματα και ότι η κυβέρνηση δεν προβαίνει σε συγκάλυψη ευθυνών. Επεσήμανε την πρόοδο της Ελλάδας στα ζητήματα κράτους δικαίου, σύμφωνα με τις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ανέφερε ότι η κυβέρνηση αποφάσισε ριζική αναδιοργάνωση με μεταφορά αρμοδιοτήτων στην ΑΑΔΕ. Για τις καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη, επισήμανε τη μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη ως μέσο επιτάχυνσης των διαδικασιών.
Αναφορικά με τα ελληνοτουρκικά ζητήματα, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι η Ελλάδα επιδιώκει ήρεμα νερά, αλλά παραμένει έτοιμη να αντιμετωπίσει ενδεχόμενες δυσκολίες. Απαντώντας στην κριτική περί υποχωρητικής στάσης, τόνισε ότι η Ελλάδα δεν έχει αποκλίνει από καμία πάγια θέση της εξωτερικής της πολιτικής, σημειώνοντας ότι η Αθήνα θέτει πλέον την ατζέντα, με την Άγκυρα να αντιδρά, στο πεδίο των Διεθνών σχέσεων.
Για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, ο πρωθυπουργός εξέφρασε ανησυχία για τις επιπτώσεις του πολέμου στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία. Σχετικά με τις ελληνοϊσραηλινές σχέσεις, ανέφερε ότι, παρά τη στρατηγική συνεργασία, η Αθήνα δεν θα διστάσει να ασκήσει κριτική όπου κριθεί αναγκαίο.
Ερωτηθείς για τους πρώην πρωθυπουργούς Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι τους αντιμετωπίζει με σεβασμό, παρά τις διαφορές απόψεων. Για το κόμμα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού, σημείωσε ότι διαθέτει συναισθηματικό απόθεμα συμπάθειας, αλλά η εν λόγω πολιτική κίνηση δεν έχει παρουσιάσει σαφές πολιτικό στίγμα.
Τέλος, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την επιδίωξη τρίτης πρωθυπουργικής θητείας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι διαθέτει την εμπειρία και τη γνώση για να οδηγήσει τη χώρα σε ένα ακόμη σημαντικό άλμα, προσθέτοντας ότι αυτή θα είναι η τελευταία του θητεία, καθώς δεν προτίθεται να διεκδικήσει τέταρτη.
