Ο Ταλ Ντίλιαν, ιδρυτής της εταιρείας Intellexa, προέβη σε νέα δήλωση μέσω των εκπομπών Mega Stories (με τη Δώρα Αναγνωστοπούλου) και Inside Story, αναφερόμενος στις κατηγορίες που διατυπώθηκαν το 2022 περί παράνομων παρακολουθήσεων εις βάρος πολιτικών και δημοσιογράφων. Στη δήλωσή του, ο κ. Ντίλιαν υπογράμμισε ότι αποτελεί έγκλημα η παρέμβαση ιδιωτών σε επικοινωνίες, αλλά χαρακτήρισε ακόμη πιο σοβαρό έγκλημα την οργάνωση συνωμοτικής πράξης με σκοπό την άδικη φυλάκιση αθώων προσώπων για την κάλυψη πολιτικών αρχών.
Ο ίδιος έκανε παραλληλισμό με την υπόθεση Watergate, αναφέροντας ότι ο Πρόεδρος Νίξον έχασε την προεδρία του εξαιτίας της προσπάθειας συγκάλυψης μιας επιχείρησης υποκλοπών. Τόνισε δε ότι οι κατηγορίες του 2022 οδήγησαν άδικα τον ίδιο και τη σύζυγό του σε δίκη. Ο κ. Ντίλιαν δήλωσε: «Παρέμεινα σιωπηλός κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά δεν θα γίνω αποδιοπομπαίος τράγος. Θα παρουσιάσω την υπόθεσή μου ενώπιον εθνικών, περιφερειακών και διεθνών θεσμών, συμπεριλαμβανομένης της αίτησης για παρέμβαση του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης».
Το σκάνδαλο Watergate, στο οποίο αναφέρθηκε ο κ. Ντίλιαν, συντάραξε την Αμερική και τον κόσμο. Ξεκίνησε τα ξημερώματα της 17ης Ιουνίου 1972, όταν πέντε διαρρήκτες συνελήφθησαν μέσα στα κεντρικά γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος, στο κτιριακό συγκρότημα Watergate στην Ουάσιγκτον. Οι συλληφθέντες επιχειρούσαν να τοποθετήσουν κοριούς και να συλλέξουν στοιχεία. Τέσσερις εξ αυτών είχαν συμμετάσχει σε επιχειρήσεις της CIA στην Κούβα, ενώ ο πέμπτος, Τζέιμς Γ. Μακόρντ, ήταν επικεφαλής ασφαλείας της Επιτροπής Επανεκλογής του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον.
Από τον έλεγχο προέκυψαν στοιχεία που συνέδεαν τους διαρρήκτες με δύο ακόμη συνεργάτες του Ρίτσαρντ Νίξον: τον Γκόρντον Λίντι, πρώην στέλεχος του FBI, και τον Χάουαρντ Χαντ, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της CIA, που μόλις είχε προστεθεί στο προσωπικό του Λευκού Οίκου. Οι πληροφορίες που ήρθαν στο φως έπλητταν το κύρος του Νίξον και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Σύμφωνα με δημοσίευμα των «ΤA NEΑ» της 25ης Σεπτεμβρίου 1972, δύο συνεργάτες του προέδρου Νίξον ομολόγησαν ότι έλαβαν 50.000 δολάρια από μυστική πηγή για τη χρηματοδότηση συλλογής πληροφοριών εναντίον του Δημοκρατικού Κόμματος.
Το πρώτο βήμα για την εξιχνίαση της υπόθεσης έγινε από τους δημοσιογράφους της Washington Post, Άλφρεντ Λιούις, Καρλ Μπέρνστιν και Μπομπ Γούντγουορντ, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στη διερεύνηση του σκανδάλου. Ο Λευκός Οίκος διέψευδε οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση, χαρακτηρίζοντάς την «τρίτης κατηγορίας απόπειρα διάρρηξης», ενώ παράλληλα στελέχη του και συνεργάτες του προέδρου Νίξον προσπαθούσαν να σβήσουν τα ίχνη του μηχανισμού παρακολούθησης που είχαν στήσει.
Παρά το γεγονός ότι ο Νίξον επανεκλέχθηκε στις εκλογές του Νοεμβρίου 1972, το θέμα της κατασκοπείας πολιτικών αντιπάλων συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Ο Καρλ Μπέρνστιν και ο Μπομπ Γούντγουορντ συνέχισαν την έρευνα, έχοντας ως μυστικό πληροφοριοδότη τον Μαρκ Φελτ, το Νο 2 του FBI. Ο κ. Στάθης Ευσταθιάδης, αναψηλαφώντας την υπόθεση το 2005, ανέφερε ότι ο Φελτ ήταν η πηγή που τροφοδότησε τους δημοσιογράφους με στοιχεία για τις αθλιότητες και τα ψέματα του Νίξον. Κατάληξη της υπόθεσης ήταν η φυλάκιση τριάντα και πλέον ανώτατων κυβερνητικών στελεχών και ατόμων του στενού προεδρικού κύκλου.
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα που εξήχθησαν από το σκάνδαλο Watergate, όπως διαπιστώθηκε από «ΤΟ ΒΗΜΑ» στις 4 Μαΐου 1973, ήταν ότι «Αν δεν υπήρχε ελεύθερος Τύπος, το σκάνδαλο της υποθέσεως Γουώτεργκεητ, το μεγαλύτερο σκάνδαλο της ιστορίας της Αμερικής, δεν θα ερχόταν ποτέ στο φως της δημοσιότητας», υπογραμμίζοντας τη συνύφανση της ελευθερίας του Τύπου με την προάσπιση των δημοκρατικών θεσμών.

