Η Γαλλική Εθνοσυνέλευση ενέκρινε το δικαίωμα στη βοήθεια στον θάνατο

Η Γαλλική Εθνοσυνέλευση ενέκρινε οριστικά πρόταση νόμου που θεσπίζει το «δικαίωμα στη βοήθεια στον θάνατο», έπειτα από μια μακρά διαδικασία συζητήσεων και ψηφοφοριών. Η τελική έγκριση δόθηκε με 291 ψήφους υπέρ και 241 κατά, σηματοδοτώντας μια σημαντική νομοθετική εξέλιξη στη χώρα.

σχετικά άρθρα

Την εξέλιξη αυτή είχε προλογίσει ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος, σύμφωνα με τη «Monde», τον Οκτώβριο του 2022 είχε προβληματιστεί δημόσια για το ζήτημα, αναφέροντας: «Ανήκει ο θάνατός μου σ’ εμένα; Είναι ένα ενοχλητικό ερώτημα, δεν είμαι βέβαιος ότι έχω την απάντηση». Ο Γάλλος πρόεδρος είχε επιλέξει να αποφύγει τους όρους «ευθανασία» ή «υποβοηθούμενη αυτοκτονία», προτιμώντας την περιγραφή «βοήθεια στον θάνατο».

Με την ψήφιση του νόμου, η Γαλλία προστίθεται στις 11 χώρες παγκοσμίως, όπως το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Ελβετία, ο Καναδάς και η Ουρουγουάη, όπου άτομα με σοβαρές και ανίατες ασθένειες μπορούν να έχουν πρόσβαση, κατόπιν ιατρικής έγκρισης και με βάση συγκεκριμένα κριτήρια, σε θανατηφόρα ουσία. Η εφημερίδα «Monde» χαιρέτισε την εξέλιξη ως «την κατάκτηση μιας νέας ελευθερίας» και «έναν νόμο συμπόνιας» που επιχειρεί να συμβιβάσει την ατομική ελευθερία με την αδελφότητα. Οι βουλευτές του μακρονικού στρατοπέδου και η Αριστερά ψήφισαν στην πλειονότητά τους υπέρ, ενώ η Δεξιά και η Ακροδεξιά κατά, με κάθε κοινοβουλευτική ομάδα να αφήνει τα μέλη της ελεύθερα να αποφασίσουν σε ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα Πολιτική.

Παρόλο που ο Εμανουέλ Μακρόν είχε δηλώσει από το 2017 υπέρ της συζήτησης για τον υποβοηθούμενο θάνατο, δεν ανέλαβε σχετική πρωτοβουλία κατά την πρώτη του προεδρική θητεία. Μετά την επανεκλογή του, δημιουργήθηκε μια «συνέλευση πολιτών για το τέλος της ζωή», η οποία τάχθηκε με ευρεία πλειοψηφία (75,6%) υπέρ της θεσμοθέτησης της ενεργού βοήθειας στον θάνατο. Το νομοσχέδιο κατατέθηκε στην Εθνοσυνέλευση στις 10 Απριλίου 2024, ωστόσο η διάλυση του σώματος, οι πρόωρες εκλογές και οι διαδοχικές αλλαγές τεσσάρων πρωθυπουργών καθυστέρησαν την ψήφισή του. Το κείμενο εγκρίθηκε τρεις φορές από την Εθνοσυνέλευση και απορρίφθηκε άλλες τόσες από τη Γερουσία, με αποτέλεσμα ο τελευταίος λόγος να περιέλθει οριστικά στην Εθνοσυνέλευση Διεθνή.

Ερωτήματα και Δικλίδες Ασφαλείας

Οι συζητήσεις για το νομοσχέδιο επικεντρώθηκαν σε κρίσιμα ερωτήματα: το εύρος της ατομικής ελευθερίας στην απόφαση για τον θάνατο, η διασφάλιση της πλήρους και πραγματικής αυτονομίας λήψης αποφάσεων, καθώς και η προστασία των πιο ευάλωτων ατόμων.

Το κείμενο θεσπίζει μια σειρά από «δικλίδες ασφαλείας». Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι ενήλικος, Γάλλος υπήκοος, να πάσχει από «σοβαρή και ανίατη πάθηση» που «θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του σε προχωρημένο ή τελικό στάδιο» και να βιώνει «συνεχή σωματική ή ψυχολογική οδύνη» που δεν ανταποκρίνεται στις θεραπείες ή είναι αφόρητη. Για να αποτραπούν αιτήματα λόγω έλλειψης πρόσβασης σε ανακουφιστική φροντίδα, οι βουλευτές είχαν φροντίσει να ψηφιστεί ήδη από την άνοιξη νομοσχέδιο για την ισότιμη πρόσβαση σε αυτή. Το κείμενο που ψηφίστηκε χθες προβλέπει ότι «ο γιατρός διασφαλίζει» πως κάθε πρόσωπο που ζητάει βοήθεια για να πεθάνει «μπορεί να έχει πρόσβαση σε ανακουφιστική φροντίδα», «εφόσον το ζητήσει».

Για την πρόσβαση στον υποβοηθούμενο θάνατο, το κείμενο ορίζει ότι το πρόσωπο που υποβάλλει το αίτημα πρέπει να είναι «σε θέση να εκφράσει τη βούλησή του ελεύθερα και πλήρως ενημερωμένα». Οι γιατροί και οι νοσηλευτές που δεν επιθυμούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία θα μπορούν να επικαλούνται ρήτρα συνείδησης. Η αρχική ιδέα να έχει ο ασθενής την επιλογή μεταξύ υποβοηθούμενης αυτοκτονίας και ευθανασίας απορρίφθηκε. Η αρχή θα είναι η αυτοχορήγηση της θανατηφόρας ουσίας. Η χορήγησή της από γιατρό ή επαγγελματία υγείας θα αποτελεί εξαίρεση, που θα αφορά μόνο ασθενείς σωματικά ανήμπορους να πραγματοποιήσουν μόνοι τους την πράξη.

Επόμενος σταθμός για το νομοσχέδιο είναι το Συνταγματικό Συμβούλιο. Ο Γάλλος πρωθυπουργός, Σεμπαστιάν Λεκορνί, γνωστοποίησε πως θα παραπέμψει το κείμενο στο σώμα αυτό, μια κίνηση που αποσκοπεί στη νομική του θωράκιση και συνιστά παραχώρηση προς τη Γερουσία.