Η Αθήνα σηκώνει τείχος στην Άγκυρα

Ηχηρή απάντηση από τον Έλληνα πρωθυπουργό

Η Αθήνα σηκώνει τείχος στην Άγκυρα

Η Αθήνα σηκώνει τείχος στην Άγκυρα – «Δεν θα μας πουν πώς θα αμυνθούμε».

σχετικά άρθρα

Το μήνυμα Μητσοτάκη στον Ερντογάν, η κόκκινη γραμμή στο Αιγαίο και το νέο ευρωπαϊκό «χαρτί» της Ελλάδας

Από τη μία η Αθήνα δηλώνει ότι επιδιώκει σχέσεις καλής γειτονίας και ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Από την άλλη, ξεκαθαρίζει ότι η εθνική άμυνα δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Το μήνυμα Μητσοτάκη προς την Άγκυρα είναι διπλό: διάλογος, αλλά χωρίς υποδείξεις και χωρίς εκπτώσεις στην ασφάλεια της χώρας.

Η νέα ένταση στο Αιγαίο επαναφέρει με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο το βασικό δίλημμα της ελληνικής στρατηγικής απέναντι στην Τουρκία. Η Αθήνα δεν εγκαταλείπει τον δρόμο της συνεννόησης, αλλά ταυτόχρονα επιχειρεί να καταστήσει σαφές ότι η προσπάθεια αποκλιμάκωσης δεν σημαίνει αποδοχή τουρκικών όρων.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μετά τις νέες δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για τα ελληνικά νησιά, έστειλε από το Μέγαρο Μαξίμου ένα μήνυμα που απευθύνεται τόσο στην Άγκυρα όσο και στους Ευρωπαίους εταίρους. «Δεν θα δεχθεί υποδείξεις από κανέναν για το πώς θα ενισχύσει την αμυντική της θωράκιση», ήταν το χαρακτηριστικό στίγμα της παρέμβασής του.

Η νέα γραμμή της Αθήνας

Η ουσία της παρέμβασης δεν βρίσκεται μόνο στη φράση περί «υποδείξεων». Βρίσκεται στη συνολική στρατηγική που επιχειρεί να χαράξει η κυβέρνηση.

Η Αθήνα θέλει να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, αλλά δεν προτίθεται να συνδέσει την αποκλιμάκωση με περιορισμούς στην αμυντική της πολιτική. Η λογική είναι ότι η Ελλάδα μπορεί να συνομιλεί με την Τουρκία, να στηρίζει την ευρωπαϊκή της προοπτική και να επιδιώκει σχέσεις καλής γειτονίας, χωρίς όμως να αποδέχεται παρεμβάσεις σε ζητήματα που αφορούν την κυριαρχία και την ασφάλειά της.

Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για την ευρωπαϊκή άμυνα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα.

Ο πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι η Ελλάδα είναι ήδη μεταξύ των χωρών του ΝΑΤΟ που ξεπερνούν τον νέο στόχο του 3,5% του ΑΕΠ για τις κύριες αμυντικές δαπάνες. Παράλληλα, έχει προχωρήσει σε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το casus belli στο τραπέζι

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επαναφορά από τον πρωθυπουργό του ζητήματος του τουρκικού casus belli.

Η ελληνική θέση είναι ότι δεν μπορεί να θεωρείται φυσιολογική μια κατάσταση στην οποία μια χώρα που επιδιώκει στενότερη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί ενεργή απειλή πολέμου απέναντι σε κράτος-μέλος.

Ο Μητσοτάκης το έθεσε με σαφήνεια: δεν μπορεί να συνυπάρχει η απειλή πολέμου και η αμφισβήτηση ελληνικής κυριαρχίας με την προσπάθεια οικοδόμησης σχέσεων καλής γειτονίας.

Με αυτόν τον τρόπο η Αθήνα επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος της συζήτησης από το διμερές επίπεδο στο ευρωπαϊκό.

Δεν είναι μόνο «Ελλάδα εναντίον Τουρκίας». Είναι και το ερώτημα εάν μια υποψήφια προς ένταξη χώρα μπορεί να ζητά ευρωπαϊκή προσέγγιση την ώρα που διατηρεί απειλές εναντίον ενός κράτους-μέλους.

Το ευρωπαϊκό χαρτί της Αθήνας

Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η παρουσία του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα στην Αθήνα.

Ο πρωθυπουργός ενημέρωσε τον Ευρωπαίο αξιωματούχο για την πρόσφατη κλιμάκωση των τουρκικών προκλήσεων, ενώ στη συζήτηση βρέθηκαν και μεγάλα ευρωπαϊκά ζητήματα, όπως το Μεταναστευτικό και το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034.

Η Αθήνα, επομένως, επιχειρεί να περάσει ένα ευρύτερο μήνυμα: η ασφάλεια της Ελλάδας δεν είναι μόνο εθνική υπόθεση, αλλά μέρος της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Και αυτή η παράμετρος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όσο η Ευρώπη αναζητά νέο μοντέλο αμυντικής αυτονομίας και αυξάνει τη συμμετοχή της στην κοινή άμυνα.

«Θα αποφασίσουμε εμείς για την άμυνά μας»

Στο παρασκήνιο βρίσκεται και η μεγάλη συζήτηση για τα εξοπλιστικά προγράμματα.

Η Αθήνα δεν θέλει να δημιουργηθεί προηγούμενο σύμφωνα με το οποίο τρίτες χώρες θα μπορούν να παρεμβαίνουν στις επιλογές της Ελλάδας για τα οπλικά συστήματα που αποκτά.

Το μήνυμα είναι απλό: η Ελλάδα θα αποφασίζει με βάση τις δικές της αμυντικές ανάγκες.

Η ίδια λογική αποτυπώθηκε και στην τοποθέτηση του πρωθυπουργού για τις αμερικανικές πωλήσεις αμυντικού υλικού. Όπως εξήγησε, η Ελλάδα δεν μπορεί να υποδεικνύει στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ποιους θα πουλήσουν όπλα, αλλά με την ίδια λογική δεν αποδέχεται υποδείξεις για το τι θα αγοράσει η ίδια προκειμένου να προστατεύσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της.

Τα F-35 και το μήνυμα ισχύος

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά στα F-35.

Η ελληνική κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η χώρα έχει ήδη δρομολογήσει την απόκτηση των δικών της F-35, ενώ ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στα νομικά εμπόδια που υπάρχουν σήμερα στην αμερικανική νομοθεσία σε σχέση με ενδεχόμενη τουρκική επιστροφή στο πρόγραμμα.

Η Αθήνα, επομένως, δεν επιλέγει μια ρητορική «αγώνα εξοπλισμών» απέναντι στην Τουρκία. Επιλέγει να υπογραμμίσει ότι η δική της αμυντική ενίσχυση είναι κυρίαρχη απόφαση και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Διάλογος, αλλά με όρια

Το ενδιαφέρον στοιχείο της σημερινής παρέμβασης είναι ότι η Αθήνα δεν εγκαταλείπει τη γραμμή του διαλόγου. Το αντίθετο.

Η κυβέρνηση εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι οι δύο χώρες μπορούν να συνυπάρχουν ειρηνικά, να συνεργάζονται όπου υπάρχουν κοινά συμφέροντα και να αναζητούν τρόπους αποκλιμάκωσης.

Όμως η λογική της Αθήνας είναι πλέον πιο καθαρή: διάλογος δεν σημαίνει αποδοχή τετελεσμένων και αποκλιμάκωση δεν σημαίνει μονομερή αφοπλισμό.

Αυτό είναι και το βασικό μήνυμα που θέλει να περάσει η κυβέρνηση στο εσωτερικό, αλλά κυρίως στους Ευρωπαίους εταίρους.

Η δύσκολη ισορροπία του Μητσοτάκη

Ο πρωθυπουργός καλείται να κινηθεί σε μια λεπτή γραμμή.

Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα έχει συμφέρον να διατηρήσει χαμηλούς τόνους και να αποτρέψει μια νέα μεγάλη κρίση στο Αιγαίο.

Από την άλλη, κάθε τουρκική αναφορά σε αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών και κάθε επαναφορά απειλών δημιουργεί πίεση στην Αθήνα να απαντήσει.

Η επιλογή της κυβέρνησης είναι να απαντά πολιτικά και διπλωματικά, αλλά ταυτόχρονα να συνεχίζει την αμυντική ενίσχυση.

Η εξίσωση είναι δύσκολη: ηρεμία στο πεδίο, ισχύς στην αποτροπή και ευρωπαϊκή στήριξη στο διπλωματικό επίπεδο.

Η Αθήνα κοιτάζει και την επόμενη ημέρα

Πίσω από τη σημερινή αντιπαράθεση υπάρχει και ένα μεγαλύτερο γεωπολιτικό στοίχημα.

Η Ευρώπη αλλάζει. Η άμυνα βρίσκεται πλέον ψηλότερα στην ευρωπαϊκή ατζέντα, οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται και η Ελλάδα επιχειρεί να αξιοποιήσει τη θέση της ως χώρα πρώτης γραμμής.

Ο Μητσοτάκης, μάλιστα, συνδέει την ελληνική στρατηγική με την ανάγκη για μια ισχυρότερη και ασφαλέστερη Ευρώπη, ενώ η Αθήνα προετοιμάζεται και για την ελληνική προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του 2027.

Έτσι, η σημερινή απάντηση προς την Άγκυρα δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο.

Είναι μέρος μιας μεγαλύτερης προσπάθειας της Αθήνας να διαμορφώσει έναν νέο κανόνα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις:

Η Ελλάδα θέλει τον διάλογο, αλλά δεν διαπραγματεύεται την άμυνά της.

Και αυτό είναι ίσως το πιο καθαρό μήνυμα που εκπέμπει σήμερα η κυβέρνηση προς την Άγκυρα: η πόρτα της συνεννόησης παραμένει ανοικτή, αλλά η απόφαση για το πώς θα προστατευθεί η χώρα παραμένει αποκλειστικά στην Αθήνα.