Επισημαίνονται οι λόγοι που η Αριστερά χάνει την επιρροή της
Η συζήτηση για την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς και την πρόσφατη διάρρηξή της, ιδίως μετά το «συριζαϊκό εγχείρημα», αναβιώνει συχνά. Παράλληλα, κορυφαία στελέχη της κυβερνώσας παράταξης, συμπεριλαμβανομένου του γραμματέα της Πολιτικής Επιτροπής της, εκτιμούν ότι η τρέχουσα προεκλογική περίοδος φέρει τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής και ιδεολογικής σύγκρουσης με την ευρύτερη Αριστερά, με έμφαση στον ρεαλισμό και τη σταθερότητα.
Το παρόν πολιτικό κλίμα εμφανίζεται ευνοϊκό για την Κεντροδεξιά, καθώς οι αριστερές δυνάμεις σημειώνουν υποχώρηση τόσο στην ικανότητά τους να προσελκύουν λαϊκά στρώματα όσο και στην παρουσίαση ενός συνεκτικού πολιτικού σχεδίου. Στο εσωτερικό της Αριστεράς, παρατηρούνται βαθιές αντιθέσεις και διαφορές, όπως η απουσία προοπτικής συνεργασίας μεταξύ του ΚΚΕ και άλλων αριστερών σχημάτων. Επιπλέον, υφίσταται μια έντονη αντιπαράθεση προς τον πρώην ΣΥΡΙΖΑ από τις δυνάμες που δεν υποστήριξαν το τρίτο μνημόνιο του 2015.
Η σημερινή κατάσταση παραπέμπει στην περίοδο 1989-1991, οπότε, μετά την πτώση του Τείχους και την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, η Δεξιά ερμήνευσε το γεγονός ως συνολική ήττα της αριστερής ιδεολογίας. Σήμερα, η Κεντροδεξιά και η Δεξιά διευκολύνονται στην προώθηση των ιδεών τους έναντι της Αριστεράς, τόσο λόγω της ευκολίας επιβολής ενός κλίματος φόβου στους πολίτες όσο και επειδή η Αριστερά έχει απωλέσει σημαντικό έδαφος, όχι μόνο ως προς τον ρεαλισμό αλλά και την παρουσίαση ενός πειστικού σχεδίου για τα ευάλωτα κοινωνικά στρώματα.
Ωστόσο, σε μια εποχή με έντονες κοινωνικές ανισότητες, κλιματική αλλαγή και προκλήσεις σχετικές με τις ταυτότητες και την ανθρώπινη φύση λόγω της τεχνητής νοημοσύνης, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η συγκυρία είναι ιδανική για την Αριστερά ώστε να διαμορφώσει τους δικούς της όρους και να θέσει στο επίκεντρο της συζήτησης αμιγώς ανθρώπινα ζητήματα.
Πλην του ΚΚΕ, η Αριστερά φαίνεται να έχει επικεντρώσει τη συζήτηση αποκλειστικά στη μάχη των ταυτοτήτων και των αυτοπροσδιορισμών, παραμελώντας την ανάπτυξη ενός επαρκούς σχεδίου για την επανασύνδεσή της με την κοινωνία. Αυτή τη στιγμή, η Αριστερά θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο ως παράγοντας πίεσης για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, ως προωθητική δύναμη και ως πόλος ανασυγκρότησης των θεσμών και προστασίας των ευάλωτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτούνται περισσότερα από νέες επεξεργασίες ή αναθεωρήσεις παλαιών θέσεων. Κρίνεται αναγκαία η απόκτηση λαϊκής αυτοπεποίθησης και η διερεύνηση της κοινωνικής διαθεσιμότητας. Η Αριστερά οφείλει να επανεξετάσει τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην ελληνική και διεθνή κοινωνία την τελευταία εικοσαετία. Ο εγκλωβισμός της σε μια συζήτηση περί της αποκαλούμενης «woke» ατζέντας θεωρείται λανθασμένος και εκτός του φυσικού της πεδίου. Τα δικαιώματα και η υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων πρέπει να συνδυάζονται με τη διεύρυνση του κοινωνικού πλούτου. Μόνο έτσι η Αριστερά μπορεί να καταστεί πόλος αναδιαμόρφωσης του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, αντί να περιορίζεται στον ρόλο ενός απλού εισπράκτορα φόρων ή ενός αόριστου επικριτή του υπερ-πλούτου.
