Σφοδρή επίθεση στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και προσωπικά στον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη εξαπολύει η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.), με αφορμή τη σημερινή συνέντευξη του υπουργού και τις αναφορές του στα ελληνοτουρκικά.
Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά κινείται χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό, με αποτέλεσμα, όπως αναφέρει, να εκτίθεται η χώρα σε κινδύνους και σοβαρές προκλήσεις.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η μη αξιοποίηση της δυνατότητας επιβολής ευρωπαϊκών κυρώσεων στην Τουρκία. Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο εργαλείο είχε εξασφαλιστεί την περίοδο 2018-2019, σε συντονισμό με την Κυπριακή Δημοκρατία.
Σχολιάζοντας την απάντηση του κ. Γεραπετρίτη σε ερώτηση γιατί δεν αξιοποιείται η συγκεκριμένη δυνατότητα, σύμφωνα με την οποία “έχει υπάρξει ενημέρωση των διεθνών οργανισμών και ιδίως των ευρωπαϊκών αρχών για τα ζητήματα τα οποία αφορούν τα ελληνοτουρκικά”, η ΕΛ.Α.Σ. κάνει λόγο για “απαράδεκτη” απάντηση.
Παράλληλα, κατηγορεί την κυβέρνηση ότι δεν αξιοποίησε τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά την κρίση του Oruc Reis, στο ζήτημα του ηλεκτρικού καλωδίου ή απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Υπενθυμίζει, μάλιστα, δήλωση του τότε αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη, σύμφωνα με την οποία το τελευταίο δεν αποτελούσε “στρατηγική προτεραιότητα”.
Η ΕΛ.Α.Σ. στρέφεται και κατά της αναφοράς του κ. Γεραπετρίτη ότι η περίοδος των “ήρεμων νερών” έδωσε την ευκαιρία να ενισχυθούν καθοριστικά οι Ένοπλες Δυνάμεις.
Όπως υποστηρίζει, η αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων δεν συνδέθηκε ποτέ στην ιστορία από ελληνικές κυβερνήσεις με την ύφεση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Αντίθετα, κατά την ΕΛ.Α.Σ., θα μπορούσε να γίνει λόγος για αξιοποίηση της περιόδου των “ήρεμων νερών” εφόσον είχε υπάρξει παράλληλη γεωπολιτική και διπλωματική αναβάθμιση της Ελλάδας.
Στο πλαίσιο αυτό, το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν κατάφερε να ενισχύσει τη θέση της στην περιοχή, την ώρα που, όπως αναφέρει, η Τουρκία αναβαθμίστηκε ραγδαία, με αποκορύφωμα τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και τη Συμφωνία της Μέκκας.
“Μπήκαμε σε περίοδο που τα περιφερειακά σχήματα διαμορφώνονται από την Τουρκία και όχι την Ελλάδα”, αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ακόμη ότι η περίοδος των “ήρεμων νερών” θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί για τη δέσμευση της Τουρκίας σε ουσιαστικό διάλογο με κόκκινες γραμμές και ορίζοντα τη Χάγη.
Αντί αυτού, όπως αναφέρει, διακόπηκαν οι διερευνητικές επαφές, καθώς και οι συνομιλίες σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών που τις διαδέχθηκαν, με αντικείμενο την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.
Παράλληλα, η ΕΛ.Α.Σ. ασκεί κριτική στη θέση του κ. Γεραπετρίτη ότι η Διακήρυξη των Αθηνών αποτελεί “μηχανισμό δομημένου διαλόγου για την αποσυμπίεση των κρίσεων”.
Το κόμμα διερωτάται σε ποια θετικά αποτελέσματα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις οδήγησε ο συγκεκριμένος μηχανισμός και “ποιες κρίσεις αποσυμπιέσθηκαν”, παραπέμποντας στην Κάσο και τον τερματισμό των εργασιών για το ηλεκτρικό καλώδιο, στις τουρκικές αντιδράσεις για τα θαλάσσια πάρκα και στην επανάληψη των παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου.
Κατά την ΕΛ.Α.Σ., η κυβέρνηση δεν κατάφερε να δεσμεύσει την Άγκυρα σε διάλογο στη βάση του διεθνούς δικαίου, με αποτέλεσμα η Τουρκία να αξιοποιήσει την περίοδο των “ήρεμων νερών” και τον “δομημένο διάλογο” για να ενισχύσει τη θέση της και πλέον να επανέλθει στις προκλήσεις.
Αναφορά γίνεται και στο ηλεκτρικό καλώδιο, με την ΕΛ.Α.Σ. να σχολιάζει τη δήλωση του υπουργού Εξωτερικών ότι “δεν θα ζητηθεί άδεια από την Τουρκία”.
Το κόμμα ζητεί να διευκρινιστεί εάν θα υπάρξει ενημέρωση της Τουρκίας από τη γαλλική εταιρεία, όπως, σύμφωνα με την ανακοίνωση, έχει διαρρεύσει στον φιλοκυβερνητικό Τύπο.
Ζητεί νέα στρατηγική στα ελληνοτουρκικά
Η ΕΛ.Α.Σ. ζητεί άμεσα “νέα εθνική πυξίδα” στα ελληνοτουρκικά, στο πλαίσιο μιας νέας στρατηγικής.
Μεταξύ άλλων, προτείνει την αξιοποίηση των ευρωτουρκικών σχέσεων και της δυνατότητας επιβολής ευρωπαϊκών κυρώσεων ως μοχλού για τη δέσμευση της Τουρκίας σε διάλογο στη βάση του διεθνούς δικαίου, την επανεκκίνηση των διερευνητικών επαφών, την επιστροφή στην “παραδοσιακή πολυδιάστατη ενεργητική εξωτερική πολιτική” της Ελλάδας και την προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις.
Η ΕΛ.Α.Σ. καταλήγει υποστηρίζοντας ότι αυτή τη στρατηγική δεν μπορεί να υπηρετήσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, την οποία κατηγορεί ότι “εργαλειοποίησε τα εθνικά θέματα για μικροκομματικούς σκοπούς”.

