ΕΕ: Νέα φορολογία ενέργειας, φθηνότερο ρεύμα, ακριβά ορυκτά

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί μία από τις πλέον φιλόδοξες παρεμβάσεις στην ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης των τελευταίων ετών, ανοίγοντας τον δρόμο για μία συνολική αναδιάρθρωση της φορολογίας στην ενέργεια.

ΕΕ: Νέα φορολογία ενέργειας, φθηνότερο ρεύμα, ακριβά ορυκτά
ΕΕ: Νέα φορολογία ενέργειας, φθηνότερο ρεύμα, ακριβά ορυκτά

Η κατεύθυνση είναι σαφής: μείωση του κόστους ηλεκτρικού ρεύματος και αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης για το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο θέρμανσης και τα ορυκτά καύσιμα γενικότερα.

σχετικά άρθρα

Το σχέδιο, μέρος του πακέτου πολιτικών AccelerateEU, αποσκοπεί στη μετατροπή της φορολογίας σε κεντρικό εργαλείο για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, την προώθηση της κλιματικής πολιτικής και τον βιομηχανικό μετασχηματισμό. Η βάση της φιλοσοφίας του είναι η παραδοχή της ευαλωτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών φυσικού αερίου και πετρελαίου, όπως φάνηκε κατά την ενεργειακή κρίση μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ευρώπη δεν δύναται να συνεχίσει την έμμεση ή άμεση επιδότηση ορυκτών καυσίμων, δεδομένων των στόχων για πράσινη μετάβαση και ενεργειακή ανεξαρτησία. Κατά συνέπεια, ζητά από τα κράτη-μέλη τη σταδιακή απόσυρση φορολογικών ελαφρύνσεων και κρατικών ενισχύσεων που ευνοούν το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο, με παράλληλη κατεύθυνση των πόρων σε ηλεκτροκίνηση, αντλίες θερμότητας, ανακαινίσεις κτιρίων, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενεργειακή αποδοτικότητα.

Η εφαρμογή της νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής συνεπάγεται την ενθάρρυνση των κρατών να μειώσουν τα φορολογικά βάρη και τις χρεώσεις στην ηλεκτρική ενέργεια, ενώ ταυτόχρονα θα αυξάνουν την επιβάρυνση στα καύσιμα θέρμανσης και μεταφορών. Στόχος αυτής της μεταβολής είναι η διαμόρφωση ενός νέου «σήματος τιμών» για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, καθιστώντας τις καθαρές τεχνολογίες οικονομικά πιο συμφέρουσες από τις συμβατικές λύσεις που βασίζονται σε ορυκτά καύσιμα.

Η Επιτροπή προβλέπει ότι η επίσπευση της εφαρμογής του νέου ενεργειακού πλαισίου μπορεί να επιφέρει μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά 10 έως 15 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως, ενώ η χρήση πετρελαίου και παραγώγων του ενδέχεται να περιοριστεί κατά 15 έως 20 εκατομμύρια τόνους ισοδυνάμου πετρελαίου ετησίως. Αυτή η μείωση εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε χαμηλότερες εκπομπές ρύπων και σε σημαντική μείωση του κόστους εισαγωγών ενέργειας για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Ένας κεντρικός πυλώνας της στρατηγικής είναι η επιτάχυνση της αντικατάστασης των συστημάτων θέρμανσης που λειτουργούν με φυσικό αέριο ή πετρέλαιο. Οι Βρυξέλλες καλούν τα κράτη-μέλη να διακόψουν σταδιακά τις επιδοτήσεις για λέβητες ορυκτών καυσίμων και να κατευθύνουν τους διαθέσιμους πόρους σε «βαθιές» ενεργειακές ανακαινίσεις κτιρίων, εγκαταστάσεις αντλιών θερμότητας και μέτρα στήριξης για ευάλωτα νοικοκυριά.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον βιομηχανικό τομέα. Η Κομισιόν αναγνωρίζει την ανάγκη μεταβατικής στήριξης για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, προκειμένου να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Ωστόσο, διευκρινίζει ότι κάθε κρατική βοήθεια πρέπει να συνδέεται με δεσμεύσεις για ενεργειακή εξοικονόμηση, αποθήκευση ενέργειας, χρήση καθαρών μορφών ηλεκτρισμού και επενδύσεις σε αποδοτικότερο εξοπλισμό.

Οι Βρυξέλλες προωθούν ένα νέο οικονομικό μοντέλο, όπου η ηλεκτρική ενέργεια, ειδικά όταν παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, θα αποτελέσει τη βάση για τη θέρμανση, τις μεταφορές και τη βιομηχανική παραγωγή. Αυτό συνεπάγεται ταχύτερη διείσδυση της ηλεκτροκίνησης, εκτεταμένη χρήση αντλιών θερμότητας, ενίσχυση της αυτοπαραγωγής μέσω φωτοβολταϊκών και μπαταριών, καθώς και αυξημένη εξάρτηση από «έξυπνα» δίκτυα και συστήματα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.

Η Επιτροπή επισημαίνει τη σημασία των κοινωνικών επιπτώσεων της ενεργειακής μετάβασης, προτείνοντας στις κυβερνήσεις να εφαρμόζουν στοχευμένα μέτρα στήριξης για τα ευάλωτα νοικοκυριά. Αυτά περιλαμβάνουν κοινωνικά τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος, ενεργειακά επιδόματα, προσωρινές μειώσεις φόρων στο ρεύμα και άμεσες οικονομικές ενισχύσεις σε περιόδους κρίσης. Τονίζεται πάντως ότι οι παρεμβάσεις αυτές πρέπει να είναι προσωρινές και να μην υπονομεύουν τους ευρύτερους στόχους της ενεργειακής μετάβασης.

Στον τομέα των μεταφορών, η νέα στρατηγική της ΕΕ προωθεί τη μαζική ανάπτυξη υποδομών φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων, την ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών, τη χρήση ποδηλάτου και κοινόχρηστων μέσων μετακίνησης, καθώς και την ανάπτυξη βιώσιμων καυσίμων για την αεροπορία και τη ναυτιλία. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η σταδιακή αύξηση του κόστους χρήσης των συμβατικών οχημάτων θα επιταχύνει την αντικατάστασή τους από ηλεκτρικά.

Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη υιοθετήσει παρόμοιες πολιτικές. Η Ολλανδία προχώρησε σε αύξηση της φορολογίας στο φυσικό αέριο για μεγάλους καταναλωτές, διατηρώντας σταθερή τη φορολόγηση του ηλεκτρισμού. Η Τσεχία διέκοψε τις επιδοτήσεις για λέβητες φυσικού αερίου σε οικιακά προγράμματα. Το Βέλγιο, από το 2026, περιορίζει τις φορολογικές εκπτώσεις μόνο σε εταιρικά αυτοκίνητα μηδενικών εκπομπών.

Η Ελλάδα αναφέρεται ως παράδειγμα εφαρμογής πολιτικών κοινωνικής προστασίας και ενεργειακής μετάβασης. Αυτό οφείλεται κυρίως στο κοινωνικό τιμολόγιο ηλεκτρικής ενέργειας, τις προσωρινές μειώσεις φόρων κατά την ενεργειακή κρίση, τις επιδοτήσεις για ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και τα κίνητρα για την αγορά ηλεκτρικών οχημάτων και την εγκατάσταση φορτιστών.

Ωστόσο, η προοπτική αύξησης της φορολογίας στα ορυκτά καύσιμα εγείρει ήδη ανησυχίες σε αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, καθώς υπάρχει ενδεχόμενο επιβάρυνσης των νοικοκυριών που εξακολουθούν να εξαρτώνται από το πετρέλαιο θέρμανσης ή το φυσικό αέριο. Σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου ένα σημαντικό μέρος του κτιριακού αποθέματος είναι ενεργειακά παλαιό και η διείσδυση αντλιών θερμότητας παραμένει περιορισμένη, η μετάβαση μπορεί να αποδειχθεί κοινωνικά και οικονομικά δύσκολη χωρίς επαρκείς επιδοτήσεις και επενδύσεις.

Παράλληλα, βιομηχανικοί φορείς εκφράζουν φόβους ότι η αύξηση του ενεργειακού κόστους για συγκεκριμένους κλάδους θα μπορούσε να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής σε σύγκριση με τρίτες χώρες όπου το φυσικό αέριο παραμένει φθηνότερο. Η Κομισιόν αντιτείνει ότι η λύση δεν έγκειται στη διατήρηση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά στην επιτάχυνση των επενδύσεων σε καθαρή και οικονομικότερη ηλεκτρική ενέργεια.

Το κεντρικό στοίχημα για την Ευρώπη είναι πλέον διττό: αφενός η επίτευξη των κλιματικών στόχων της επόμενης δεκαετίας και αφετέρου η προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων από ενδεχόμενη νέα ενεργειακή αναταραχή. Η φορολογική μεταρρύθμιση που προωθούν οι Βρυξέλλες δεν συνιστά απλώς μία περιβαλλοντική πολιτική, αλλά μία στρατηγική αναδιάρθρωσης ολόκληρου του ενεργειακού και οικονομικού μοντέλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με άμεσες συνέπειες για την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών.