Σκυλάδικα: Ο Θάνος Αλεξανδρής αποκαλύπτει τα μυστικά της νύχτας

“Το σκυλάδικο δεν ήταν μια τραγελαφική κατάσταση, ούτε ένα ευτελές είδος διασκέδασης. Είναι κομμάτι της πολιτιστικής μας ιστορίας.” Αυτή η ατάκα του Θάνου Αλεξανδρή στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» έρχεται να ανατρέψει στερεότυπα και να φωτίσει μια ολόκληρη εποχή, τη «χρυσή» δεκαετία του ’80, όπου η ελληνική νύχτα έγραφε τη δική της, μοναδική ιστορία. Ο σόουμαν που έζησε τα πάντα στις πίστες, από την αποθέωση μέχρι την «ξεφτίλα», αποκαλύπτει τον αληθινό παλμό των σκυλάδικων, λίγο πριν η παράσταση «Αυτή η νύχτα μένει» του ΚΘΒΕ, βασισμένη στο βιβλίο του, κατέβει στην Αθήνα.
Από τη Νέα Αρτάκη της Εύβοιας και το όνειρο της ιεροσύνης, σε ηλικία 14 ετών, ο Θάνος Αλεξανδρής βρέθηκε να φοράει λαμέ και να λάμπει στις πίστες. Ένας φίλος ψυχολόγος του εξήγησε ότι ο διακαής πόθος για «πολιούχο άγιο» ήταν προεόρτια για την αποθέωση στο σόου. Η στροφή ήταν ραγδαία και από το θυμίαμα των εκκλησιών βρέθηκε στον καπνό του τσιγάρου και τα λάγνα βλέμματα.
Η συνεργασία του με τον Γιώργο Μαρίνο και η αναγνώριση του ταλέντου του από τον «μεγαλύτερο σκηνοθέτη του 20ού αιώνα», Κάρολο Κουν, άνοιξαν τις “πύλες της κολάσεως”, όπως χαρακτηριστικά περιγράφει. Έτσι, ο Αλεξανδρής βυθίστηκε στον μαγικό κόσμο της νύχτας, εκεί όπου οι επιδοτήσεις της επαρχίας μετατρέπονταν σε φτηνές σαμπάνιες και πλαστικούς δίσκους με κόκκινα γαρίφαλα. Αυτός ο χώρος έδινε στους ανθρώπους την αίσθηση ότι ήταν θεοί, ακόμη και στις πιο περιφρονημένες γυναίκες να φαντάζουν θεές υπό τα φώτα.
Το βιβλίο του, «Αυτή η νύχτα μένει» (1994), έγινε ταινία από τον Νίκο Παναγιωτόπουλο το 2000, αποσπώντας βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η Μαλβίνα Κάραλη το χαρακτήρισε εύστοχα ως “την μόνη εμπεριστατωμένη μαρτυρία για τον ευρύ χώρο που λέγεται σκυλάδικο”. Η δεκαετία του ’80 ήταν εποχή ευμάρειας, με χρήμα να ρέει άφθονο, και τους Έλληνες να ξεφαντώνουν, κουρασμένοι από τη χούντα και τη δικτατορία της μελοποιημένης ποίησης.
“Τα σκυλάδικα δεν χάθηκαν επειδή έπαψαν να υπάρχουν άνθρωποι που πονάνε ή τραγούδια που συγκινούν. Χάθηκε ολόκληρη η κοινωνική συνθήκη που τα γέννησε”, υπογραμμίζει ο Αλεξανδρής. Η εποχή των “πακέτων Ντελόρ” πέρασε, και μαζί της ο θαμώνας που έκρυβε χιλιάρικα σε σακούλες σκουπιδιών για να “ρίξει τη μέτρια γκόμενα”. Σήμερα, ο νεαρός με την ενυδατική και τη φωτόλυση κοιτάζει το κινητό του. Όποια απόπειρα αναβίωσης θα είναι απλώς μίμηση.
Τα φώτα της συγκεκριμένης νύχτας άρχισαν να σβήνουν τη δεκαετία του ’90, με την εισβολή του lifestyle και την άνοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης. Ξένες καλλονές κατέκλυσαν τα bars και τα night clubs, αλλάζοντας το τοπίο. Ο Καφάσης αντικαταστάθηκε, οι καψούρηδες άρχισαν να φλερτάρουν αλλοδαπές με άλλα τραγούδια, ενώ ο πόνος της απόρριψης μετακόμισε από την πίστα στα social media.
Η ιστορία του Θάνου Αλεξανδρή μας υπενθυμίζει κάτι βαθύτερο: Πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίζουμε την αλήθεια σε κάθε ανθρώπινη έκφραση, ακόμα κι αν αυτή αφορά ένα είδος διασκέδασης που κάποιοι χαρακτήρισαν “ευτελές”. Η νύχτα του ’80 ήταν ένας καθρέφτης της κοινωνίας και της οικονομικής της ευμάρειας, που σήμερα ίσως μας λείπει, ειδικά τώρα που η Οικονομία μας αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις. Μια εποχή που, όσο κι αν άλλαξαν τα πράγματα, παραμένει κομμάτι της ψυχής μας.

