Κυβερνητικά παιχνίδια: Ποιος με ποιον μετά τις εκλογές;

Κυβερνητικά παιχνίδια: Ποιος με ποιον μετά τις εκλογές;

σχετικά άρθρα

Αν και οι επικεφαλής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ), του ΠΑΣΟΚ και των μικρότερων αριστερών κομμάτων δείχνουν να σιχαίνονται ο ένας τον άλλον, η μετεκλογική συνεργασία τους είναι, από πολιτική άποψη, εύλογη. Η ιδεολογική τους συγγένεια, η συναφής ταυτότητα των ψηφοφόρων τους και η ώσμωση μελών, στελεχών και οπαδών δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.

Το σενάριο μιας κυβέρνησης ΕΛΑΣ – ΠΑΣΟΚ μπορεί να φαντάζει θυελλώδες, οπισθοδρομικό και διχαστικό για πολλούς, αλλά η πιθανότητά του μηδενίζεται κυρίως λόγω της προσωπικής αγωγής των ηγεσιών, όχι τόσο λόγω πολιτικών αποκλίσεων.

Εξίσου εύλογη είναι και η συνεργασία μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ. Οι «Μεγάλοι Συνασπισμοί» αποτελούν πάγιο κομμάτι της ευρωπαϊκής Ιστορίας. Σε χώρες όπως η Γερμανία, Αυστρία, Δανία, Ιρλανδία, Φινλανδία, Ολλανδία και Ρουμανία, αλλά και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Κεντροδεξιά και η Κεντροαριστερά μοιράζονται συχνά τις κορυφαίες θεσμικές θέσεις.

Οι σοσιαλιστές, με το πέρασμα του χρόνου, δεν έχουν εξελιχθεί όσο η ευρωπαϊκή Δεξιά, η χριστιανοδημοκρατία υπό την ευρεία έννοια, η οποία κάλυψε την παλιά ιδεολογική απόσταση. Στην κρίση χρέους, δεχτήκαμε τους «Σαμαροβενιζέλους» από ανάγκη, αλλά μετά οπισθοδρομήσαμε. Πολλά στελέχη του ΠΑΣΟΚ θεωρούν ακόμα τερατώδη την ιδέα συνεργασίας με τη «Δεξιά», εγκλωβισμένα σε συναισθηματικές φορτίσεις και την εχθρότητα του εμφυλίου και του Ανδρέα Παπανδρέου.

Η «Κεντροαριστερά», από την οποία ένα μέρος του κέντρου μετατοπίστηκε προς τη ΝΔ, δεν αντιλαμβάνεται ούτε τη μετατόπιση της ευρωπαϊκής «Δεξιάς» προς το Κέντρο, ούτε την εδραίωση σοσιαλδημοκρατικού καθεστώτος σε όλη την Ευρώπη. Έτσι, συνεχίζει να βλέπει τη Δεξιά ως ένα συρφετό δωσίλογων, χουντικών, βασιλόφρονων, θρησκόληπτων, διεφθαρμένων και ξεπουλημένων σε ξένα κέντρα και μεγάλες επιχειρήσεις. Με τέτοια αντίληψη, η συνεργασία μοιάζει με προαναγγελθέν πολιτικό αδίκημα.

Ο κ. Ανδρουλάκης, που δεν θέλει να βλέπει ούτε ζωγραφιστό τον κ. Μητσοτάκη και άλλα κυβερνητικά στελέχη, αναμοχλεύει τον αντιδεξιό ζήλο, κρατώντας «αποστάσεις ηθικής» από τη ΝΔ. Αυτό υπονομεύει κάθε ενδεχόμενο μετεκλογικής συναίνεσης και σταθερότητας.

Οι αποστάσεις είναι, εν μέρει, τεχνητές. Υπάρχουν επαρκείς προγραμματικές ταυτίσεις που θα επέτρεπαν τη συνεργασία: Και τα δύο κόμματα ενδιαφέρονται για την κανονικότητα (αντίθετα από την άκρα Αριστερά που ευημερεί σε περιβάλλον χάους). Σχεδιάζουν μεταρρυθμίσεις και αντιμετωπίζουν τα εθνικά ζητήματα βάσει του Διεθνούς Δικαίου, ενισχύοντας παράλληλα τις ένοπλες δυνάμεις με εξοπλιστικά προγράμματα και διμερείς αμυντικές συμμαχίες. Έχουν σαφή ευρωπαϊκό προσανατολισμό και υποστηρίζουν τους ευρωπαϊκούς κανόνες και δημοσιονομικούς στόχους, αποφεύγοντας «αντισυστημικούς» ή ριζοσπαστικούς πειρασμούς.

Αμφότερα συμφωνούν στην ανάγκη εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης (μέσω ψηφιοποίησης και ελέγχου της διαφθοράς), στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων και στην ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας ως μοχλού οικονομικής ανάπτυξης. Το μακροπρόθεσμο σχέδιο του ΠΑΣΟΚ για την «Ελλάδα του 2030» δεν διαφέρει ουσιωδώς από εκείνο της ΝΔ. Παρότι η ιστορία και των δύο κομμάτων (αδράνεια, προχειρότητα, λαϊκισμός, εξυπηρέτηση συμφερόντων) δεν εγγυάται το «ΕΣΥ του μέλλοντος» ή το αναμορφωμένο δημόσιο σχολείο, υπόσχονται βελτιώσεις στην παιδεία, υγεία, περιβάλλον, αντιπυρική προστασία, σιδηροδρόμους και το υψηλό κόστος διαβίωσης.

Το ΠΑΣΟΚ προτείνει «σκανδιναβικό μοντέλο» στην εκπαίδευση, μείωση ΦΠΑ σε νησιά με έως 3.100 κατοίκους, διαχείριση μεταναστευτικού με την ΕΕ, μέτρα για ευάλωτους δανειολήπτες, κινητοποίηση εγχώριων παραγωγικών δυνάμεων και ψηφιακή αναβάθμιση του κράτους. Η ΝΔ προωθεί τη μείωση φορολογικών συντελεστών για επιχειρήσεις και την ευελιξία στην αγορά εργασίας.

Στη ΝΔ επικρατεί ο ωφελιμισμός, όχι το ιδεολογικό δόγμα. Κανείς δεν φρικάρει με ένα συνασπισμό με το ΠΑΣΟΚ, αν και η εικόνα Μητσοτάκη-Ανδρουλάκη στο ίδιο υπουργικό συμβούλιο φαντάζει ασυνάρτητη. Το ΠΑΣΟΚ φοβάται ότι μια νέα συνεργασία με τη «συντηρητική παράταξη» θα αλλοίωνε την προοδευτική του ταυτότητα και θα οδηγούσε σε απώλεια ψηφοφόρων, όπως το 2012-2015.

Κορυφαία στελέχη, όπως ο Παύλος Γερουλάνος, ο Μανώλης Χριστοδουλάκης και ο Αλέξανδρος Αυλωνίτης, απορρίπτουν αυτό το σενάριο, τονίζοντας πως το ΠΑΣΟΚ είναι η μοναδική αξιόπιστη προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης. Όμως, οι δημοσκοπήσεις δεν επιβεβαιώνουν αυτές τις φιλοδοξίες, καθιστώντας τους συμβιβασμούς απαραίτητους.

Ο σκοπός πρέπει να είναι η ομαλή διακυβέρνηση, όχι τα κομματικά κέρδη. Η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να εμπλουτιστεί με την ενσωμάτωση του ΠΑΣΟΚ και της φυσιογνωμίας του στην κυβέρνηση που θα προκύψει. Άλλωστε, οι πασοκογενείς υπουργοί εφαρμόζουν ήδη τακτική και λεξιλόγιο ΠΑΣΟΚ, προκαλώντας «νευρική κρίση» στη σκληρότερη Δεξιά.

Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, παρά τις ιστορικές και ρητορικές διαφορές, μοιράζονται αναπόφευκτα κοινά στοιχεία που διαμορφώθηκαν με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Για να βρεθεί κοινό έδαφος, απαιτείται επίγνωση της ευτέλειας των προσωπικών ανταγωνισμών και δίκαιη κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο κομμάτων και των αρχηγών τους, που θυμίζουν τον Ντον Καμίλο και τον Πεπόνε. Θα βρουν τελικά την άκρη, ή θα συνεχίσουν το αιώνιο «μαλώστε να αγαπιέστε» προς τέρψιν των αντιπάλων τους;