ΙΟΒΕ: Σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν οικονομική δυσκολία

Μία νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα».

ΙΟΒΕ: Σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν οικονομική δυσκολία
ΙΟΒΕ: Σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν οικονομική δυσκολία

Αναδεικνύει ότι η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία στους βασικούς δείκτες ανισότητας.

σχετικά άρθρα

Η έρευνα τονίζει ότι η εισοδηματική ανισότητα έχει υποχωρήσει σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, η απασχόληση έχει ενισχυθεί και η οικονομία έχει επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης. Ωστόσο, πολλοί πολίτες εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την ανισότητα στην Ελλάδα ως ιδιαίτερα έντονη και δηλώνουν σε μεγάλο ποσοστό ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Η σύνθετη αυτή πραγματικότητα υπογραμμίζει ότι η ανισότητα δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά μέσω της κατανομής του εισοδήματος. Καθοριστικοί παράγοντες για το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των νοικοκυριών και τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας είναι η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση, οι ανισότητες στην υγεία, η επάρκεια των υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας και η αυξανόμενη πίεση από το κόστος στέγασης.

Τα βασικά ευρήματα της μελέτης του ΙΟΒΕ είναι ενδεικτικά:

  • Ο δείκτης Gini, μέτρησης ανισοτήτων, μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025.
  • Περίπου το 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, έναντι 19% στην ΕΕ.
  • Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανισότητα.
  • Οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ηλικιακή ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.
  • Τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο οικονομικής ευαλωτότητας.

Αναφορικά με την αγορά εργασίας, η ανεργία υποχώρησε σημαντικά, από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025, και η απασχόληση αυξήθηκε. Ωστόσο, η υψηλή αυτοαπασχόληση (24,3% του συνόλου των εργαζομένων, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ), η χαμηλή συμμετοχή συγκεκριμένων ομάδων στην εργασία (ιδιαίτερα γυναικών και ΑμεΑ), η επίμονη μακροχρόνια ανεργία (>50% των ανέργων) και η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις συνεχίζουν να δημιουργούν ανισότητες. Η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ.

Στον τομέα της εκπαίδευσης, παρά την αύξηση των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (από 26,5% σε 32,6%), η εκπαιδευτική ανέλιξη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο. Η έντονη εξάρτηση από την παραπαιδεία και οι δυσκολίες στην ολοκλήρωση των σπουδών (περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την προβλεπόμενη διάρκεια) περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα στην Ευρώπη.

Όσον αφορά τις υπηρεσίες υγείας, η πρόσβαση εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα, με την Ελλάδα να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ. Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο. Επίσης, τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο. Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ, κατατάσσοντας την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη χρηματοδότηση.

Τέλος, η μελέτη εστιάζει στο ζήτημα της στέγασης, όπου η άνοδος των ενοικίων και του στεγαστικού κόστους μετά το 2018 έχει επιβαρύνει σημαντικά τα νοικοκυριά, ιδίως τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και τους νέους. Το κόστος στέγασης για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, ενώ η ιδιοκατοίκηση υποχωρεί στα νεότερα και οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά. Η αδυναμία κάλυψης ενεργειακών και στεγαστικών υποχρεώσεων έχει επιδεινωθεί μετά το 2021.

Τα βασικά ευρήματα της μελέτης παρουσίασε σε ειδική εκδήλωση ο κ. Αντώνης Μαυρόπουλος, ανώτερος ερευνητής του ΙΟΒΕ. Ομιλία για τις τάσεις ανισοτήτων στην Ευρώπη πραγματοποίησε ο κ. Jonathan Cribb, Deputy Director του Institute for Fiscal Studies (IFS) του Λονδίνου. Ακολούθησε συζήτηση με τη συμμετοχή του κ. Πάνου Τσακλόγλου, Καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην υφυπουργού Εργασίας, της κ. Ειρήνης Ανδριοπούλου, Ανώτερης Οικονομολόγου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, και της κ. Νίκης Καλαβρέζου, Research Team Leader στο European Centre for Social Welfare Policy and Research της Βιέννης. Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.