Το ΙΟΒΕ αποκαλύπτει δυσκολίες νοικοκυριών στην Ελλάδα
Μια νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα».
Αναδεικνύει ότι η οικονομική ανασφάλεια, οι περιορισμένες ευκαιρίες και η δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες παραμένουν χαρακτηριστικά της καθημερινότητας μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών, παρά τη σημαντική πρόοδο στους βασικούς δείκτες ανισότητας την τελευταία δεκαετία.
Η μελέτη επισημαίνει ότι, ενώ η εισοδηματική ανισότητα έχει μειωθεί σε σύγκριση με την περίοδο της κρίσης, η απασχόληση έχει ενισχυθεί και η Οικονομία βρίσκεται σε αναπτυξιακή πορεία, ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών εξακολουθεί να θεωρεί την ανισότητα έντονη και να δυσκολεύεται να καλύψει τις ανάγκες του. Αυτή η κατάσταση υποδεικνύει ότι η αξιολόγηση της ανισότητας δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην κατανομή του εισοδήματος. Παράγοντες όπως η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση, οι ανισότητες στην υγεία, η επάρκεια υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας και η αυξανόμενη πίεση από το κόστος στέγασης, επηρεάζουν καθοριστικά το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των νοικοκυριών και τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας.
Η μελέτη αναδεικνύει μια αντιφατική εικόνα όσον αφορά την εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα. Ενώ οι στατιστικοί δείκτες παρουσιάζουν βελτίωση μετά την οικονομική κρίση, με μείωση της ανισότητας και αύξηση της απασχόλησης, η οικονομική πραγματικότητα για πολλά νοικοκυριά παραμένει δύσκολη. Η πλειονότητα των πολιτών εξακολουθεί να δηλώνει αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών, ενώ η αντίληψη για άνιση μεταχείριση και περιορισμένες ευκαιρίες παραμένει ισχυρή. Αυτό υποδηγώνει ότι η στατιστική μείωση της ανισότητας δεν έχει μεταφραστεί σε αντίστοιχη βελτίωση της οικονομικής ασφάλειας για το σύνολο του πληθυσμού.
Ανάμεσα στα βασικά ευρήματα της έρευνας του ΙΟΒΕ είναι η μείωση του δείκτη Gini από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025. Ωστόσο, περίπου το 68% των ελληνικών νοικοκυριών δηλώνει ότι δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες του, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ (19%). Το εισόδημα από αυτοαπασχόληση παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ανισότητα, ενώ οι νέοι ηλικίας 16-24 ετών διατηρούν τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας. Ιδιαίτερα ευάλωτα παραμένουν τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά.
Η αγορά εργασίας συνέβαλε στη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών την τελευταία δεκαετία, με σημαντική μείωση της ανεργίας (από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025) και αύξηση της απασχόλησης. Εντούτοις, διαρθρωτικά χαρακτηριστικά όπως η υψηλή αυτοαπασχόληση (24,3% του συνόλου των εργαζομένων, το υψηλότερο στην ΕΕ), η χαμηλή συμμετοχή συγκεκριμένων ομάδων (όπως γυναίκες και ΑΜΕΑ), η επίμονη μακροχρόνια ανεργία (άνω του 50% των ανέργων) και η περιορισμένη κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις, εξακολουθούν να δημιουργούν ανισότητες και να περιορίζουν την κοινωνική κινητικότητα. Επισημαίνεται ότι η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ, ενώ το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ μειώθηκε από 24% το 2019 σε 11% το 2023, παρότι η παραοικονομία παραμένει υψηλή.
Στον τομέα της εκπαίδευσης, παρά την αύξηση των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (από 26,5% σε 32,6% των ενηλίκων), η εκπαιδευτική ανέλιξη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της οικογένειας. Η μελέτη υπογραμμίζει την έντονη εξάρτηση από την παραπαιδεία και τις δυσκολίες στην έγκαιρη ολοκλήρωση των σπουδών, παράγοντες που περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα στην Ευρώπη, καθώς μόνο περίπου 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης. Επιπλέον, πάνω από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών, με την παραπαιδεία να αποτελεί βασικό μέσο προετοιμασίας για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Στον τομέα της Υγείας, παρά τις καταγραφόμενες βελτιώσεις, η πρόσβαση στις υπηρεσίες παραμένει στενά συνδεδεμένη με το εισόδημα. Η Ελλάδα εμφανίζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ, μεταφέροντας σημαντικό κόστος στα νοικοκυριά. Ως αποτέλεσμα, το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο, ενώ τα χρόνια νοσήματα πλήττουν το 30% των ατόμων του χαμηλότερου τεταρτημορίου έναντι 18% του υψηλότερου. Αυτές οι ανισότητες μεταφράζονται σε διαφορές στην κατάσταση υγείας και το προσδόκιμο υγιούς ζωής. Επιπλέον, η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί αδύναμο σημείο της κοινωνικής προστασίας, με τη χώρα να βασίζεται στην οικογένεια, ιδιαίτερα στις γυναίκες, για την παροχή της. Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα ανέρχονται μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ, κατατάσσοντας την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης. Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην κάλυψη αυτών των αναγκών.
Το ζήτημα της στέγης αποτελεί επίσης σημαντική πηγή ανισοτήτων. Η μελέτη του ΙΟΒΕ αναδεικνύει ότι η απότομη άνοδος των ενοικίων και του στεγαστικού κόστους μετά το 2018 έχει επιβαρύνει σημαντικά τα νοικοκυριά, κυρίως αυτά με χαμηλότερα εισοδήματα και τους νέους. Η αύξηση των αξιών ακινήτων διευρύνει περαιτέρω το χάσμα μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών. Συγκεκριμένα, το κόστος στέγασης για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα συγκαταλέγεται στα υψηλότερα στην Ευρώπη, ενώ η άνοδος των ενοικίων μετά το 2018 επηρέασε δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος. Παράλληλα, η ιδιοκατοίκηση παρουσιάζει υποχώρηση στα νεότερα και οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά. Η αδυναμία κάλυψης ενεργειακών και στεγαστικών υποχρεώσεων έχει επιδεινωθεί από το 2021, με τη στεγαστική επισφάλεια να συνδέεται με χαμηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές.
Τα ευρήματα της μελέτης παρουσιάστηκαν σε ειδική εκδήλωση από τον κ. Αντώνη Μαυρόπουλο, ανώτερο ερευνητή του ΙΟΒΕ. Στην εκδήλωση ομίλησε επίσης ο κ. Jonathan Cribb, Deputy Director του Institute for Fiscal Studies (IFS) του Λονδίνου, αναλύοντας τις τάσεις ανισοτήτων στην Ευρώπη. Ακολούθησε συζήτηση με τη συμμετοχή των κ.κ. Πάνου Τσακλόγλου (Καθηγητή Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υφυπουργού Εργασίας και μέλους του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος), Ειρήνης Ανδριοπούλου (Ανώτερης Οικονομολόγου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων) και Νίκης Καλαβρέζου (Research Team Leader στο European Centre for Social Welfare Policy and Research της Βιέννης). Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
