Το… αμόνι δεν έπεσε ποτέ: Πώς το «Coyote vs. Acme» ξέφυγε από τη διαγραφή και έφτασε στο ταμείο
Η ταινία που η Warner είχε αποφασίσει να εξαφανίσει από τις οθόνες επέστρεψε μέσω της Ketchup Entertainment και άνοιξε με 15,9 εκατ. δολάρια το πρώτο τριήμερο της προβολής της στη Βόρεια Αμερική
Το «Coyote vs. Acme» έπρεπε, σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό της Warner Bros. Discovery, να γίνει μία από εκείνες τις ταινίες που ολοκληρώθηκαν αλλά το κοινό δεν θα έβλεπε ποτέ. Σχεδόν τρία χρόνια μετά την απόφαση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο Hollywood, η ιστορία πήρε την ακριβώς αντίθετη τροπή: η ταινία έφτασε στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 28 Αυγούστου και συγκέντρωσε 15,9 εκατ. δολάρια στο πρώτο τριήμερό της στη Βόρεια Αμερική.
Το αποτέλεσμα την έφερε στη δεύτερη θέση μεταξύ των νέων κυκλοφοριών και αποτελεί ένα αξιοπρεπές ξεκίνημα για μια παραγωγή με προϋπολογισμό περίπου 70 εκατ. δολαρίων, η οποία μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν περισσότερο σύμβολο της λογιστικής λογικής του σύγχρονου Hollywood παρά εμπορικό προϊόν. Δεν σημαίνει ακόμη ότι το οικονομικό στοίχημα της διάσωσής της έχει κερδηθεί. Αποδεικνύει όμως ότι ένα περιουσιακό στοιχείο που κρίθηκε ανεπιθύμητο από έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους ψυχαγωγίας μπορούσε τελικά να αποκτήσει μετρήσιμη αξία στην αγορά.
Η παραγωγή που μετατράπηκε σε λογιστική εγγραφή

Η Warner Bros. ανακοίνωσε τον Νοέμβριο του 2023 ότι δεν θα κυκλοφορούσε το «Coyote vs. Acme», παρότι η παραγωγή είχε ολοκληρωθεί και οι δοκιμαστικές προβολές είχαν προκαλέσει θετικές αντιδράσεις. Η απόφαση συνδέθηκε με διαγραφή περίπου 30 εκατ. δολαρίων, σε μια περίοδο κατά την οποία η διοίκηση του David Zaslav επιχειρούσε να περιορίσει το κόστος μετά τη συγχώνευση WarnerMedia και Discovery.
Δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Η ίδια στρατηγική είχε ήδη οδηγήσει στο ράφι το σχεδόν ολοκληρωμένο «Batgirl» και το «Scoob! Holiday Haunt», καθιστώντας το «Coyote vs. Acme» μέρος μιας ευρύτερης συζήτησης για το κατά πόσο μια ολοκληρωμένη κινηματογραφική παραγωγή μπορεί να αξίζει περισσότερο σε έναν ισολογισμό όταν δεν κυκλοφορεί παρά όταν φτάνει στο κοινό.
Η ειρωνεία ήταν ακόμη μεγαλύτερη λόγω της ίδιας της υπόθεσης της ταινίας. Ο Wile E. Coyote, κουρασμένος από τα ελαττωματικά προϊόντα που χρησιμοποιεί επί δεκαετίες στην καταδίωξη του Road Runner, στρέφεται νομικά εναντίον της Acme Corporation. Μια κωμωδία για τον μικρό που τα βάζει με μια πανίσχυρη εταιρεία βρέθηκε έτσι εγκλωβισμένη σε μια πραγματική εταιρική απόφαση που απειλούσε να την εξαφανίσει.
Το Hollywood αντέδρασε και εμφανίστηκε αγοραστής

Η ανακοίνωση της ακύρωσης προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις από δημιουργούς και ανθρώπους της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Η Warner επέτρεψε τελικά να αναζητηθεί αγοραστής, όμως η διαδρομή δεν ήταν άμεση. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη Dave Green, οι προσπάθειες να βρεθεί νέα στέγη πέρασαν και από μεγάλες υπηρεσίες streaming χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία.
Η λύση ήρθε από έναν πολύ μικρότερο παίκτη. Τον Μάρτιο του 2025, η Ketchup Entertainment απέκτησε τα παγκόσμια δικαιώματα της ταινίας. Οι οικονομικοί όροι δεν ανακοινώθηκαν επισήμως, ωστόσο δημοσιεύματα τοποθέτησαν το τίμημα κοντά στα 50 εκατ. δολάρια. Η ανεξάρτητη εταιρεία είχε ήδη διασώσει ακόμη μία παραγωγή Looney Tunes της Warner, το «The Day the Earth Blew Up».
Η επιλογή της Ketchup είχε ιδιαίτερο επιχειρηματικό ενδιαφέρον. Αντί να αντιμετωπίσει την ταινία ως περιεχόμενο για μια ψηφιακή βιβλιοθήκη, πόνταρε στην παραδοσιακή κινηματογραφική διανομή. Το «Coyote vs. Acme» άνοιξε τελικά σε 3.575 αίθουσες στις ΗΠΑ και τον Καναδά, αριθμός που αντιστοιχεί σε κανονική ευρεία κυκλοφορία και όχι σε μια περιορισμένη προσπάθεια αξιοποίησης ενός ξεχασμένου τίτλου.
Το παράδοξο μάρκετινγκ μιας ταινίας που «δεν έπρεπε να υπάρχει»

Η Ketchup απέκτησε ταυτόχρονα ένα πλεονέκτημα που δύσκολα αγοράζεται με μια συμβατική καμπάνια: το «Coyote vs. Acme» είχε ήδη ιστορία. Η απόφαση της Warner, οι αντιδράσεις των δημιουργών και η πολυετής προσπάθεια διάσωσης μετέτρεψαν την ίδια την επιβίωση της παραγωγής σε μέρος της εμπορικής της ταυτότητας.
Αυτό έχει σημασία επειδή ένας από τους λόγους για τους οποίους η Warner θεωρούσε οικονομικά ελκυστική τη διαγραφή ήταν το πρόσθετο κόστος που θα απαιτούσε μια κανονική κυκλοφορία. Η παραγωγή είχε ήδη κοστίσει περίπου 70 εκατ. δολάρια και μια μεγάλη κινηματογραφική έξοδος θα απαιτούσε επιπλέον δαπάνες προώθησης και διανομής.
Τρία χρόνια δημοσιότητας γύρω από την ακύρωση δεν αντικαθιστούν μια διαφημιστική καμπάνια, δημιούργησαν όμως κάτι ασυνήθιστο: ένα κοινό που γνώριζε την ταινία ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να τη δει.
Τα εισιτήρια δεν έχουν ακόμη δώσει την τελική απάντηση

Το πρώτο τριήμερο δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει το εγχείρημα οικονομική επιτυχία. Με τίμημα εξαγοράς που αναφέρεται κοντά στα 50 εκατ. δολάρια, επιπλέον έξοδα διανομής και προώθησης και μέρος των εισπράξεων να παραμένει στις κινηματογραφικές αίθουσες, η Ketchup χρειάζεται σημαντικά μεγαλύτερη πορεία από τα αρχικά 15,9 εκατ. δολάρια για να δικαιώσει την επένδυσή της αποκλειστικά μέσω του box office.
Υπάρχουν, βέβαια, και επόμενα παράθυρα εκμετάλλευσης, από τις ψηφιακές πωλήσεις και ενοικιάσεις μέχρι τις μελλοντικές συμφωνίες τηλεοπτικών και streaming δικαιωμάτων. Παράλληλα, η υποδοχή είναι ισχυρή: η ταινία ξεκίνησε με 95% θετικές κριτικές στο Rotten Tomatoes και βαθμολογία «A» από το κοινό στο CinemaScore.
Το μεγαλύτερο κέρδος, επομένως, μπορεί να μην αποτυπωθεί μόνο στα εισιτήρια. Η Ketchup πήρε ένα προϊόν που ένας κολοσσός είχε αποφασίσει ότι δεν άξιζε να κυκλοφορήσει, πλήρωσε για να το επαναφέρει στην αγορά και απέκτησε μαζί του τεράστια δημοσιότητα και μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα ως ανεξάρτητος διανομέας.
Το «Coyote vs. Acme» δεν έχει αποδείξει ακόμη ότι η Warner έκανε λάθος από καθαρά οικονομική σκοπιά. Έχει αποδείξει, όμως, κάτι πιο συγκεκριμένο: η αξία μιας ολοκληρωμένης ταινίας δεν τελειώνει απαραίτητα εκεί όπου ένας εταιρικός ισολογισμός αποφασίζει να τη διαγράψει.

