Το «κυνήγι» των ρωσικών υποβρυχίων στην Αρκτική – Πόσα μπορεί πραγματικά να βλέπει το ΝΑΤΟ κάτω από τη θάλασσα
Η Νορβηγία δηλώνει ότι «δεν χάνει» τα ρωσικά υποβρύχια, όμως το ίδιο το ΝΑΤΟ εμφανίζεται πιο επιφυλακτικό – Οι κομμένες υποθαλάσσιες καλωδιώσεις, η μυστική επιχείρηση του Απριλίου και η νέα στρατηγική σημασία της Αρκτικής
«Δεν χάνουμε αυτά τα υποβρύχια». Με αυτή την ασυνήθιστα κατηγορηματική διατύπωση ο υπουργός Άμυνας της Νορβηγίας, Τόρε Ο. Σάντβικ, περιέγραψε τον Μάρτιο την ικανότητα του ΝΑΤΟ να παρακολουθεί σε 24ωρη βάση τα ρωσικά υποβρύχια που αναχωρούν από τη χερσόνησο Κόλα.
Ο Νορβηγός υπουργός υποστήριξε μάλιστα ότι η συνεχής παρακολούθησή τους είναι κρίσιμη για ολόκληρη τη βόρεια πτέρυγα του ΝΑΤΟ, καθώς από αυτή εξαρτώνται χώρες όπως η Βρετανία, οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Γερμανία.
Ωστόσο, η εικόνα που έχει παρουσιάσει το ίδιο το ΝΑΤΟ είναι περισσότερο συγκρατημένη. Ο συνταγματάρχης Μάρτιν Ο’Ντόνελ, εκπρόσωπος του Ανώτατου Στρατηγείου Συμμαχικών Δυνάμεων Ευρώπης, έχει επισημάνει ότι όταν ένα ρωσικό υποβρύχιο εγκαταλείψει τα ρηχότερα νερά της Θάλασσας του Μπάρεντς και περάσει στον βαθύ Ατλαντικό, η δυσκολία παρακολούθησής του «αυξάνεται εκθετικά».
Οι δύο δηλώσεις έγιναν από διαφορετικούς αξιωματούχους και σε διαφορετικές περιστάσεις, χωρίς ο ένας να απαντά στον άλλο. Αποτυπώνουν, όμως, μια πραγματική διαφορά ανάμεσα στην απόλυτη πολιτική διαβεβαίωση ότι τα ρωσικά υποβρύχια δεν χάνονται και στην πιο προσεκτική εκτίμηση της στρατιωτικής διοίκησης του ΝΑΤΟ.
Στην καρδιά αυτής της προσπάθειας βρίσκεται ένα εντυπωσιακό δίκτυο επιτήρησης. Το Norwegian Joint Headquarters στο Ρέιταν, κοντά στο Μπόντο της βόρειας Νορβηγίας, βρίσκεται θαμμένο περίπου 400 μέτρα μέσα σε βουνό και συγκεντρώνει δεδομένα από αισθητήρες που παρακολουθούν τη θάλασσα, τον αέρα και το Διάστημα.

Ένα από τα κρίσιμα σημεία είναι μια ζώνη περίπου 400 μιλίων μεταξύ του Bear Island και του North Cape της Νορβηγίας, η οποία αποκαλείται όλο και συχνότερα «Bear Gap».
Η γεωγραφία ευνοεί αρχικά το ΝΑΤΟ. Ένα ρωσικό υποβρύχιο που αναχωρεί από τη χερσόνησο Κόλα πρέπει να περάσει από περιοχές στις οποίες η Συμμαχία έχει συγκεντρώσει αισθητήρες, αεροσκάφη, πλοία και υποβρύχια. Η κατάσταση αλλάζει όταν φτάσει στα βαθύτερα νερά του Ατλαντικού, όπου αποκτά πολύ μεγαλύτερο χώρο για να αποφύγει τον εντοπισμό.
Εάν χαθεί εκεί η επαφή, ένα ρωσικό υποβρύχιο μπορεί να βρεθεί σε θέση από την οποία όπλα μεγάλου βεληνεκούς θα μπορούσαν να θέσουν τη Βρετανία και τη Δανία εντός εμβέλειας χωρίς το ΝΑΤΟ να γνωρίζει με ακρίβεια τη θέση του.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Συμμαχία είχε διαφορετική προσέγγιση. Βασιζόταν στο Sound Surveillance System (SOSUS), ένα δίκτυο σταθερών υδροφώνων στον βυθό. Μία από τις συστοιχίες του κάλυπτε το πέρασμα μεταξύ Γροιλανδίας, Ισλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου (GIUK Gap), δημιουργώντας μόνιμη ακουστική επιτήρηση.
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το σύστημα έχασε τη σημασία που είχε και το ΝΑΤΟ στράφηκε περισσότερο σε κινητά μέσα εντοπισμού: φρεγάτες με συρόμενα σόναρ, αεροσκάφη P-8 Poseidon και υποβρύχια.
Η διαφορά είναι ουσιαστική. Ένας σταθερός αισθητήρας δεν χρειάζεται να βρίσκεται στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή. Ένα πλοίο ή ένα αεροσκάφος πρέπει.
Έτσι εξηγείται γιατί τόσο η αισιοδοξία του Σάντβικ όσο και η επιφυλακτικότητα του ΝΑΤΟ μπορούν να έχουν βάση. Η Συμμαχία μπορεί να διαθέτει πολύ ισχυρή δυνατότητα εντοπισμού στις περιοχές από τις οποίες αναμένει ότι θα περάσουν τα ρωσικά υποβρύχια. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορεί να διατηρήσει συνεχή επαφή μαζί τους όταν περάσουν στον βαθύ Ατλαντικό.

Η επιχείρηση του Απριλίου και τα δύο κομμένα καλώδια στη Νορβηγία
Μια επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο έδωσε σημαντικές ενδείξεις για τις πραγματικές δυνατότητες της Συμμαχίας.
Η Βρετανία και η Νορβηγία εντόπισαν ένα ρωσικό υποβρύχιο κλάσης Akula, το οποίο επιχειρούσε μαζί με δύο εξειδικευμένα βαθυσκάφη της GUGI, της ρωσικής Κεντρικής Διεύθυνσης Έρευνας Βαθέων Υδάτων, κοντά σε κρίσιμες υποθαλάσσιες υποδομές βόρεια της Βρετανίας.
Το νορβηγικό υπουργείο Άμυνας επιβεβαίωσε την επιχείρηση, ενώ ο Βρετανός υπουργός Άμυνας Τζον Χίλι κατονόμασε δημόσια την GUGI, θέλοντας να καταδείξει τόσο το μοτίβο της ρωσικής δραστηριότητας όσο και την ετοιμότητα του ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με τη βρετανική εκδοχή, το Akula παρακολουθούνταν όλο το 24ωρο, ενώ οι βρετανικές δυνάμεις συνέχισαν την επιτήρηση των σκαφών της GUGI. Στην επιχείρηση, η οποία διήρκεσε περισσότερο από έναν μήνα, συμμετείχαν φρεγάτα του Royal Navy, αεροσκάφη P-8 της RAF και συμμαχικές δυνάμεις.
Όμως αυτή δεν ήταν ολόκληρη η εικόνα.
Στις 10 Σεπτεμβρίου, το Reuters, επικαλούμενο δύο δυτικούς αξιωματούχους, ανέφερε ότι τα ρωσικά σκάφη εκπαιδεύονταν στην ανάπτυξη όπλου σχεδιασμένου να θέτει εκτός λειτουργίας υποθαλάσσια καλώδια χωρίς να αφήνει εμφανή στοιχεία για τον υπεύθυνο της επίθεσης. Βρετανία, Νορβηγία και ΗΠΑ φέρονται να παρακολούθησαν από κοινού και να αντιμετώπισαν τα ρωσικά σκάφη, εμποδίζοντάς τα να ολοκληρώσουν την άσκηση.
Μεσολάβησαν δηλαδή περίπου πέντε μήνες ανάμεσα στην αρχική δημοσιοποίηση της επιχείρησης και στην αποκάλυψη αυτής της πληρέστερης εικόνας.
Εάν οι συγκεκριμένες πληροφορίες είναι ακριβείς, ενισχύουν σε έναν βαθμό την εικόνα των συμμαχικών δυνατοτήτων: το ΝΑΤΟ δεν είχε απλώς εντοπίσει ένα ρωσικό υποβρύχιο, αλλά είχε αναγνωρίσει και αντιδράσει σε μια εξειδικευμένη επιχείρηση της GUGI.
Ταυτόχρονα, όμως, δείχνουν πόσο περιορισμένη είναι η εικόνα που έχει σε πραγματικό χρόνο η κοινή γνώμη για αυτή τη σύγκρουση κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο εξαιτίας δύο ανεξιχνίαστων περιστατικών με καλώδια που εξυπηρετούν τη Νορβηγία.
Τον Ιανουάριο του 2022 κόπηκε η σύνδεση οπτικών ινών μεταξύ του αρχιπελάγους Σβάλμπαρντ και της ηπειρωτικής Νορβηγίας. Ρωσικά αλιευτικά βρίσκονταν στην περιοχή του συμβάντος, χωρίς όμως να υπάρξει οριστικό συμπέρασμα για το τι προκάλεσε τη ζημιά.
Τον Απρίλιο του 2024 κόπηκε ένα δεύτερο καλώδιο που εξυπητούσε την αεροπορική βάση Evenes. Και σε αυτή την περίπτωση δεν υπήρξε δημόσια απόδοση ευθύνης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ρωσικό πλοίο πληροφοριών Yantar, το οποίο ανήκει επίσης στην GUGI και διαθέτει βαθυσκάφη ικανά να φτάσουν σε βάθος 6.000 μέτρων.
Τον περασμένο Νοέμβριο πέρασε περίπου τρεις μήνες ακολουθώντας διαδρομή γύρω από τη Νορβηγία, μέσω της Μάγχης, προς την Ιρλανδική Θάλασσα και στη συνέχεια προς τη Μεσόγειο, παραμένοντας σε περιοχές γνωστών κόμβων υποθαλάσσιων καλωδίων, ενώ κατά διαστήματα είχε απενεργοποιημένο τον αναμεταδότη του.
Το βρετανικό υπουργείο Άμυνας έχει επίσης κατονομάσει δημόσια τον κόλπο Olenya, περίπου 100 χιλιόμετρα από τα νορβηγικά σύνορα, ως βάση στην οποία βρίσκονται βαθυσκάφη της GUGI μαζί με πλοία όπως το Yantar.
Η ύπαρξη μιας ρωσικής υπηρεσίας με εξειδικευμένα πλοία και τεχνολογία για επιχειρήσεις στο ίδιο υποθαλάσσιο περιβάλλον όπου έχουν σημειωθεί ανεξήγητες ζημιές σε νορβηγικές υποδομές καθιστά την απουσία απόδοσης ευθύνης περισσότερο σημαντική. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι η Ρωσία ευθύνεται για τις δύο κοπές των καλωδίων ούτε ότι αυτές συνιστούν αποτυχία του ΝΑΤΟ να εντοπίσει ρωσική δραστηριότητα.

Η νέα μάχη κάτω από την Αρκτική και το ενδιαφέρον της Κίνας
Η πραγματική εικόνα παραμένει σε μεγάλο βαθμό κρυμμένη πίσω από απόρρητες πληροφορίες. Το ΝΑΤΟ μπορεί να γνωρίζει τη διεύθυνση, τον τύπο των πλοίων και τις διαδρομές ρωσικών σκαφών πληροφοριών που κινούνται γύρω από κρίσιμες συμμαχικές υποδομές. Αυτό που δεν γνωρίζει η κοινή γνώμη είναι πού ακριβώς βρίσκεται το όριο ανάμεσα σε όσα γνωρίζουν οι υπηρεσίες πληροφοριών και σε όσα οι κυβερνήσεις επιλέγουν να αποκαλύψουν.
Και η συγκεκριμένη υποθαλάσσια αντιπαράθεση δεν είναι μονόπλευρη. Έρευνα των Sunday Times, την οποία μετέδωσε το BBC, ανέφερε ότι το βρετανικό Πολεμικό Ναυτικό είχε εντοπίσει ρωσικούς αισθητήρες παρακολούθησης κρυμμένους σε βρετανικά ύδατα, με ανώτερο βρετανικό στρατιωτικό αξιωματούχο να περιγράφει μια συνεχιζόμενη αντιπαράθεση κάτω από την επιφάνεια.
Η σημασία της Αρκτικής αυξάνεται ακόμη περισσότερο λόγω της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού, την οποία η Ρωσία προσπαθεί εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία να μετατρέψει σε σημαντικό εμπορικό διάδρομο.
Η Κίνα έχει εξελιχθεί στον σημαντικότερο εξωτερικό εμπορικό εταίρο της Μόσχας σε αυτή την προσπάθεια, αν και η πραγματική κίνηση παραμένει πολύ χαμηλότερη από τους αρχικούς ρωσικούς στόχους. Η Ρωσία είχε θέσει στόχους 80 εκατ. και αργότερα 100 εκατ. τόνων ετησίως, ενώ το 2025 η κίνηση έφτασε περίπου τα 37-38 εκατ. τόνους.
Κινεζικές εταιρείες μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, κυρίως οι Sealegend Shipping και NewNew Shipping Line, πραγματοποίησαν 14 ταξίδια το 2025, έναντι 11 το προηγούμενο έτος. Αντίθετα, Maersk, CMA CGM και Hapag-Lloyd έχουν μείνει μακριά από τη συγκεκριμένη διαδρομή λόγω της έκθεσης στις κυρώσεις, ενώ η COSCO έχει εντάξει την αρκτική στρατηγική της στο πλαίσιο του Polar Silk Road.
Το Πεκίνο δεν χρειάζεται να πάρει θέση στις διαφωνίες για τα ρωσικά υποβρύχια ή για τα κομμένα νορβηγικά καλώδια. Έχει, όμως, αυξανόμενο εμπορικό συμφέρον να παραμένει η Βόρεια Θαλάσσια Οδός λειτουργική και προβλέψιμη. Συνεπώς, παρακολουθεί και εκείνο τι μπορεί να εντοπίσει το ΝΑΤΟ, τι μπορεί να κάνει η Ρωσία και πόσα επιλέγει να αποκαλύψει κάθε πλευρά.
Η Νορβηγία σχεδιάζει παράλληλα μια νέα πρωτοβουλία θαλάσσιας ασφάλειας με τη συμμετοχή 12 χωρών, καθώς και επέκταση του στόλου των υποβρυχίων της. Μέχρι το 2028 σχεδιάζει επίσης να έχει ολοκληρώσει νέο καλώδιο οπτικών ινών που θα συνδέει το Σβάλμπαρντ και το Γιαν Μάγεν με την ηπειρωτική χώρα.
Η ολοκλήρωση του έργου και η δυνατότητα προστασίας του απέναντι στη δραστηριότητα γύρω από τις υποθαλάσσιες υποδομές της Νορβηγίας θα αποτελέσουν ένα περισσότερο χειροπιαστό τεστ των δυνατοτήτων της.
Μέχρι τότε, όσοι δεν έχουν πρόσβαση στις απόρρητες ενημερώσεις δεν μπορούν να γνωρίζουν εάν η απόλυτη βεβαιότητα του Σάντβικ ή η πιο προσεκτική εκτίμηση του ΝΑΤΟ βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα.
Αυτό που μπορεί να τεκμηριωθεί δημόσια είναι πιο περιορισμένο: το ΝΑΤΟ έχει αποδείξει ότι μπορεί να εντοπίζει σημαντική ρωσική υποθαλάσσια δραστηριότητα, αλλά δεν έχει αποδείξει δημοσίως ότι μπορεί να διατηρεί αδιάλειπτη παρακολούθηση των ρωσικών υποβρυχίων μέχρι τα βαθιά νερά του Ατλαντικού.

