Tο Aμερικανικό οπλοστάσιο αδειάζει στο Iράν και η Kίνα κρατάει σημειώσεις για την Tαϊβάν

Πώς η ασύμμετρη φθορά από τους φθηνούς ιρανικούς πυραύλους αναγκάζει την Ουάσιγκτον να σπαταλά πανάκριβα συστήματα αναχαίτισης, θέτοντας σε κίνδυνο τη στρατηγική της κυριαρχία στον Ειρηνικό

Tο Aμερικανικό οπλοστάσιο αδειάζει στο Iράν και η Kίνα κρατάει σημειώσεις για την Tαϊβάν

Στα γραφεία των μεγάλων δεξαμενών σκέψης της Ουάσιγκτον, ο συναγερμός δεν χτυπάει πλέον για το αν οι αμερικανικές δυνάμεις μπορούν να χτυπήσουν το Ιράν, αλλά για το πόσο γρήγορα θα ξεμείνουν από πυρομαχικά προσπαθώντας να αμυνθούν. Η Wall Street Journal φέρνει στο φως μια πραγματικότητα που, από τη δική μας ευρωπαϊκή και ελληνική οπτική, αναδεικνύει τις αδυναμίες ακόμη και της ισχυρότερης υπερδύναμης του πλανήτη.

σχετικά άρθρα

Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις βρίσκονται σε έναν αγώνα δρόμου για να εξουδετερώσουν τις ιρανικές επιθετικές ικανότητες, προτού εξαντληθούν τα κρίσιμα αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης. Μετά την κλιμάκωση της έντασης και την εξόντωση του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έσπευσε να δηλώσει ότι η αποστολή προχωρά «πιο γρήγορα από το χρονοδιάγραμμα». Ωστόσο, οι Αμερικανοί αμυντικοί αναλυτές βλέπουν μια διαφορετική, πιο σκοτεινή εικόνα: το βάθος των αποθεμάτων της αμερικανικής πολεμικής μηχανής εξαντλείται επικίνδυνα.

Όπως επισημαίνει η Kelly Grieco από το Stimson Center, οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν πυρομαχικά πολύ πιο γρήγορα από ό,τι μπορούν να τα αντικαταστήσουν. Πρόκειται για την απόλυτη παγίδα του ασύμμετρου πολέμου: η χρησιμοποίηση πυραύλων αναχαίτισης, κόστους εκατομμυρίων δολαρίων, εναντίον φθηνών ιρανικών drones και πυραύλων είναι απλώς μη βιώσιμη.

Το Οικονομικό Παράδοξο της Αναχαίτισης

Αν διαβάσουμε πίσω από τις γραμμές των αναφορών της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM), ο κίνδυνος ενός σεναρίου “Winchester” –της πλήρους δηλαδή εξάντλησης των πυρομαχικών, ιδιαίτερα των πυραύλων Standard Missile-3 (SM-3) και των Tomahawk– είναι πλέον ορατός. Οι δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο περί “αμυντικής αναγκαιότητας” δεν αρκούν για να κρύψουν το γεγονός ότι οι ΗΠΑ αναγκάζονται να αποσπάσουν κρίσιμα αποθέματα από τον Ειρηνικό, αφήνοντας ουσιαστικά ανοχύρωτο το μέτωπο απέναντι στην Κίνα.

Ο πόλεμος Ισραήλ-Ιράν τον Ιούνιο του 2025 αποκάλυψε το μέγεθος αυτού του διλήμματος. Σύμφωνα με έκθεση του Ari Cicurel (Ιούλιος 2025) για το JINSA, το Ιράν εκτόξευσε 574 βαλλιστικούς πυραύλους μέσου βεληνεκούς (MRBM) σε μόλις 12 ημέρες. Το συνολικό κόστος για την Τεχεράνη υπολογίζεται μεταξύ 1,1 και 6,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Πύραυλοι όπως οι παραλλαγές του Emad (περίπου 250.000 δολάρια) και τα συστήματα Ghadr (περίπου 5 εκατομμύρια δολάρια) είναι ριζικά φθηνότεροι από τους αμερικανικούς αναχαιτιστές.

Στον αντίποδα, η Ουάσιγκτον ξόδεψε 92 πυραύλους του συστήματος THAAD, με κόστος 12,7 εκατομμύρια δολάρια έκαστος. Μιλάμε για 1,17 δισεκατομμύρια δολάρια συνολικά, ποσό που αντιπροσωπεύει σχεδόν το 14% του συνολικού αμερικανικού αποθέματος. Μαζί με τις αναχαιτίσεις του Ισραήλ, ο λογαριασμός της άμυνας έφτασε το 1,58 δισεκατομμύρια δολάρια. Αν αυτός ο ρυθμός διατηρηθεί για ένα μήνα, η ζυγαριά κόστους-οφέλους γέρνει επικίνδυνα υπέρ της Τεχεράνης. Το ιρανικό κόστος θα ανέβαινε στα 2,6-15,4 δισ., αλλά το κόστος άμυνας ΗΠΑ-Ισραήλ θα εκτοξευόταν στα 3,5-3,7 δισ., εξαντλώντας σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού αποθέματος των συστημάτων THAAD.

Το Βιομηχανικό Αδιέξοδο

Το πρόβλημα των ΗΠΑ δεν βρίσκεται μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά και στις γραμμές παραγωγής. Μια ανάλυση του Wes Rumbaugh για το CSIS υπογραμμίζει τις δομικές αδυναμίες: οι ρυθμοί παραγωγής των THAAD και SM-3 παρουσιάζουν ακραίες διακυμάνσεις, υπονομεύοντας τη σταθερότητα της αμυντικής βιομηχανίας. Παρά την παράδοση 534 πυραύλων THAAD μέχρι τον Δεκέμβριο του 2025, ένα κενό παραδόσεων από τα μέσα του 2023 και μια εκκρεμής παραγγελία 360 πυραύλων από τη Σαουδική Αραβία έχουν «γονατίσει» τις δυνατότητες αναπλήρωσης.

Με τα αποθέματα ΗΠΑ και Ισραήλ (THAAD και Arrow αντίστοιχα) να στερεύουν, η ανάγκη για ένα αποφασιστικό, συντριπτικό χτύπημα κατά του Ιράν γίνεται μονόδρομος. Μια παρατεταμένη σύγκρουση φθοράς είναι ακριβώς αυτό που η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να αντέξει.

Η Αόρατη Ασπίδα: Η Εμπλοκή Μόσχας και Πεκίνου

Την ίδια στιγμή, το Ιράν δεν πολεμά μόνο του. Όπως σημειώνει η Silvia Boltuc στο Special Eurasia, Ρωσία και Κίνα λειτουργούν όλο και περισσότερο ως τα «μάτια» της Τεχεράνης, παρέχοντας τεχνολογία αιχμής. Για τη Μόσχα, το Ιράν είναι ζωτικός κόμβος για τον Διεθνή Διάδρομο Βορρά-Νότου (INSTC), έναν αγωγό παράκαμψης των δυτικών κυρώσεων. Για το Πεκίνο, είναι μια φθηνή πηγή ενέργειας, παρέχοντας το 13,4% των θαλάσσιων εισαγωγών πετρελαίου της Κίνας, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητά της στον εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ.

Η ρωσική υποστήριξη περιλαμβάνει δορυφόρους παρατήρησης (Kanopus-V), μαχητικά Su-35, αντιαεροπορικά S-400 και ραντάρ Rezonans-NE. Ακόμη πιο κρίσιμη, ωστόσο, είναι η κινεζική συνδρομή. Η μετάβαση της ιρανικής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής από το αμερικανικό GPS στο κινεζικό σύστημα πλοήγησης Beidou προσφέρει στο Ιράν κρυπτογραφημένες επικοινωνίες και στρατιωτικά σήματα υψηλής ακρίβειας, ανθεκτικά στις δυτικές παρεμβολές. Παράλληλα, οι πάνω από 500 κινεζικοί δορυφόροι παρέχουν στο Ιράν πολύτιμες πληροφορίες σημάτων (SIGINT), παρακολουθώντας τις κινήσεις του αμερικανικού ναυτικού στον Περσικό Κόλπο.

Εάν ο αμερικανο-ισραηλινός άξονας δεν καταφέρει ένα καίριο, αποκεφαλιστικό χτύπημα στο ιρανικό καθεστώς άμεσα, οι πληροφοριακές δυνατότητες που παρέχουν Ρωσία και Κίνα μπορεί να επιτρέψουν στο Ιράν να επιβιώσει και να παρατείνει τον πόλεμο.

Το Στρατηγικό Κενό στον Ειρηνικό

Εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος, το οποίο οφείλουμε να διαβάζουμε με προσοχή. Ένας παρατεταμένος πόλεμος στη Μέση Ανατολή βαθαίνει την αμερικανική ευπάθεια στον Ειρηνικό. Σύμφωνα με έκθεση του Ιδρύματος Heritage (Ιανουάριος 2026), συστήματα υψηλής τεχνολογίας όπως τα SM-3, SM-6, PAC-3 MSE και THAAD θα εξαντλούνταν μέσα σε λίγες μόνο ημέρες συνεχούς μάχης με την Κίνα. Μάλιστα, ορισμένα από αυτά τα συστήματα θα άδειαζαν μετά από μόλις δύο ή τρεις ομοβροντίες του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA) της Κίνας.

Το συνολικό απόθεμα των ΗΠΑ σε συστήματα κάθετης εκτόξευσης (VLS) υπολογίζεται σε 17.000 βλήματα, νούμερο ανεπαρκές ακόμη και για έναν πλήρη επανεξοπλισμό του στόλου, ενώ η επαναφόρτωση στα λιμάνια δημιουργεί κενά πολλών εβδομάδων.

Η εξάντληση των αμερικανικών πυραύλων αναχαίτισης δεν είναι πλέον μια λεπτομέρεια τακτικής σημασίας. Είναι ένα στρατηγικό σημείο καμπής. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ συμπιέζονται χρονικά, αντιμετωπίζοντας το φάσμα ενός πολέμου φθοράς στη Μέση Ανατολή που λειτουργεί ως «μαύρη τρύπα» πόρων. Την ώρα που η προσοχή και τα πυρομαχικά της Δύσης απορροφώνται στον Περσικό, το Πεκίνο παρακολουθεί αθόρυβα, βλέποντας την αμερικανική αποτροπή γύρω από την Ταϊβάν να εξασθενεί μέρα με τη μέρα.