O αμερικανικός εγκλωβισμός: Πώς ο πόλεμος στο Ιράν βουλιάζει την οικονομία των ΗΠΑ και πυροδοτεί παγκόσμια κρίση

Η στρατηγική ασφυξίας της Τεχεράνης, ο έκδηλος πανικός της κυβέρνησης Τραμπ και η απόλυτη ομολογία αποτυχίας με την άρση των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο - Πώς τα αμερικανικά γεωπολιτικά αδιέξοδα μεταφράζονται σε μια νέα παγκόσμια επισιτιστική και ενεργειακή απειλή

O αμερικανικός εγκλωβισμός: Πώς ο πόλεμος στο Ιράν βουλιάζει την οικονομία των ΗΠΑ και πυροδοτεί παγκόσμια κρίση

Παρακολουθώντας κανείς τις συζητήσεις και τις τοποθετήσεις των Αμερικανών αναλυτών από τη δική μας οπτική γωνία, εδώ στην Ελλάδα και την Ευρώπη, καθίσταται σαφές ένα πράγμα: η Ουάσιγκτον έχει παγιδευτεί σε έναν κυκεώνα που η ίδια υποτίμησε. Ο πόλεμος με το Ιράν δεν είναι πλέον απλώς άλλη μια στρατιωτική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή. Έχει μετεξελιχθεί σε έναν οικονομικό εφιάλτη που απειλεί να εκτροχιάσει πλήρως την αμερικανική –και κατ’ επέκταση την παγκόσμια– οικονομία.

σχετικά άρθρα

Η στρατηγική της Τεχεράνης είναι πλέον κρυστάλλινη και άκρως ορθολογική μέσα στην ασυμμετρία της: αντοχή μέχρι να “σπάσει” η αμερικανική οικονομία. Στόχος τους δεν είναι να νικήσουν τις ΗΠΑ στο πεδίο της μάχης, αλλά να αφήσουν τον πληθωρισμό να ριζώσει τόσο βαθιά, ώστε η χρηματοδότηση του πολέμου να καταστεί πολιτικά και οικονομικά αδύνατη. Και όπως προκύπτει από την ανάλυση των δεδομένων, η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται πλέον σε κατάσταση έκδηλου πανικού.

Το Ενεργειακό Σοκ και το Κυνήγι του Αμερικανικού Διυλιστηρίου

Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εισάγουν το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου τους από τη Μέση Ανατολή (το ποσοστό ανέρχεται το πολύ στο 8% των συνολικών εισαγωγών αργού), ο αντίκτυπος είναι καταστροφικός, ειδικά σε τοπικό επίπεδο. Στην Καλιφόρνια, οι καταναλωτές βλέπουν την τιμή της βενζίνης να ξεπερνά τα 5 δολάρια ανά γαλόνι. Τα διυλιστήρια της πολιτείας, έχοντας χάσει την πρόσβασή τους σε περίπου 83 εκατομμύρια βαρέλια μεσανατολικού εφοδιασμού, αναγκάζονται πλέον να ανταγωνιστούν διεθνείς αγοραστές –από την Ιαπωνία μέχρι την Κορέα– για περιορισμένες ποσότητες.

Το αποτέλεσμα; Το μεξικανικό και καναδικό πετρέλαιο γίνονται αντικείμενο πλειοδοσίας άνευ προηγουμένου, στέλνοντας τις τιμές στη στρατόσφαιρα. Η “Big Oil” στις ΗΠΑ λειτουργεί με τους δικούς της, στυγνούς κανόνες της αγοράς: πωλεί στον πλειοδότη. Δεν υπάρχουν ειδικές τιμές ούτε προνομιακή μεταχείριση για τα αμερικανικά διυλιστήρια. Αυτό το ενεργειακό ράλι ρίχνει άφθονο λάδι στη φωτιά του αμερικανικού πληθωρισμού.

Τα Στενά του Ορμούζ και η Ασύμμετρη Απειλή

Κλείνοντας τα Στενά του Ορμούζ, το Ιράν έχει εξωθήσει τις ΗΠΑ σε σπασμωδικές κινήσεις. Η έκκληση Τραμπ για τη δημιουργία ενός διεθνούς συνασπισμού –παρακαλώντας ακόμα και τους G7 ή την Κίνα– για να σταλούν πολεμικά πλοία και να ανοίξουν τα στενά, αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Υπάρχει μια κραυγαλέα αντίφαση: από τη μία πλευρά, η αμερικανική ηγεσία κομπάζει ότι οι στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν έχουν καταστραφεί “στο 100%”, και από την άλλη, το ισχυρότερο ναυτικό του κόσμου τρέμει μπροστά στον κίνδυνο ενός drone ή μιας νάρκης στα Στενά.

Ο πόλεμος έχει γίνει ασύμμετρος. Στη σύγχρονη εκδοχή της σύγκρουσης, η τεράστια στρατιωτική δαπάνη δεν εγγυάται τη νίκη. Τα χτυπήματα των ΗΠΑ στο νησί Χαρκ, από όπου διέρχεται το 90% των πετρελαϊκών εξαγωγών του Ιράν, φέρνουν την κατάσταση στο χείλος μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Αν η Ουάσιγκτον προχωρήσει σε καταστροφή των ενεργειακών υποδομών ή –ακόμα χειρότερα– σε χερσαία εισβολή στο νησί, δεν θα μιλάμε πλέον για μια τοπική κρίση, αλλά για μια παγκόσμια πετρελαϊκή παράλυση. Παράλληλα, το κόστος για τις ΗΠΑ είναι δυσθεώρητο. Με “burn rate” ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων την ημέρα και το Πεντάγωνο να ετοιμάζεται να ζητήσει πάνω από 50 δισεκατομμύρια για αναπλήρωση πυρομαχικών, το εθνικό χρέος των ΗΠΑ οδεύει ταχύτατα προς τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, συμπιέζοντας την οικονομία με υψηλότερο κόστος δανεισμού.

Το Ντόμινο στην Αλυσίδα Τροφίμων

Αν υπάρχει ένας τομέας όπου το αμερικανικό αδιέξοδο γίνεται δραματικά αισθητό, αυτός είναι η γεωργία. Ενώ το αφήγημα της κυβέρνησης αναλώνεται στο να ρίχνει τις ευθύνες στην προηγούμενη διοίκηση Μπάιντεν (όπως διατείνεται ο Τζ. Ντ. Βανς), η πραγματικότητα στον αγροτικό τομέα των ΗΠΑ είναι εφιαλτική.

Οι αγρότες συνθλίβονται ανάμεσα στους δασμούς, που αυξάνουν το κόστος του εξοπλισμού, και τα υψηλά επιτόκια. Όμως, το μεγάλο χτύπημα έρχεται από τα λιπάσματα. Τρεις από τους δέκα κορυφαίους εξαγωγείς ουρίας διακινούν τα φορτία τους μέσω του Ορμούζ. Η τιμή της ουρίας εκτοξεύτηκε από τα 450 στα 600 δολάρια ανά τόνο, μια αύξηση της τάξης του 30%. Το κόστος παραγωγής τροφίμων απογειώνεται, και οι αγρότες αντιμετωπίζουν άλλη μια χρονιά ζημιών.

Το πιο παράδοξο; Τα υψηλά κόστη ενέργειας δημιουργούν στρεβλά κίνητρα. Πολλοί παραγωγοί σταματούν να καλλιεργούν για τρόφιμα και πωλούν σιτάρι, καλαμπόκι και σόγια σε εταιρείες βιοκαυσίμων για την παραγωγή ενέργειας. Ο καταναλωτής αναγκάζεται να ανταγωνιστεί τις ενεργειακές εταιρείες για την ίδια ποσότητα σοδειάς, πυροδοτώντας έναν ανελέητο πληθωρισμό τροφίμων που δεν πλήττει μόνο την Αμερική, αλλά μειώνει την παραγωγή παγκοσμίως, από την Ιταλία και την Ισπανία μέχρι την Πολωνία.

Η “Λευκή Πετσέτα”: Άρση Κυρώσεων στο Ρωσικό Πετρέλαιο

Το απόλυτο σημάδι ότι η Ουάσιγκτον χάνει τον έλεγχο είναι η σιωπηρή συνθηκολόγησή της απέναντι στη Μόσχα. Στην απέλπιδα προσπάθειά της να ρίξει τις τιμές της ενέργειας πριν αυτές διαλύσουν την εσωτερική κατανάλωση, η αμερικανική κυβέρνηση ήρε εν μέρει τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο. Σχεδόν 20 εκατομμύρια βαρέλια αργού και 300.000 τόνοι διυλισμένων καυσίμων είναι πλέον διαθέσιμα στην παγκόσμια αγορά.

Ο Σκοτ Μπέσεντ προσπαθεί να “πουλήσει” αυτή την κίνηση ως στρατηγική νίκη, υποστηρίζοντας το παράλογο επιχείρημα ότι στερεί πετρέλαιο από την Κίνα και δεν αποφέρει νέα έσοδα στον Πούτιν επειδή το πετρέλαιο “ήταν ήδη εν πλω”. Αυτό αποτελεί μνημείο πολιτικής ακροβασίας. Στην πραγματικότητα, η άρση των κυρώσεων ρίχνει τα κόστη ασφάλισης, φέρνει νέους αγοραστές (όπως η Ινδία και η Ιαπωνία) στο τραπέζι, κλείνει την ψαλίδα της έκπτωσης που αναγκαζόταν να κάνει η Ρωσία και γεμίζει ξανά τα ταμεία του Κρεμλίνου. Από την αρχή του πολέμου, η Ρωσία έχει ήδη κερδίσει επιπλέον 6 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο από την άνοδο των τιμών.

Συμπέρασμα

Από την ευρωπαϊκή μας σκοπιά, το αφήγημα των Αμερικανών αναλυτών φανερώνει μια αυτοκρατορία σε στρατηγική σύγχυση. Οι ΗΠΑ εγκλωβίστηκαν σε έναν πόλεμο που αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν χωρίς να καταστρέψουν τη δική τους οικονομία, ενώ την ίδια ώρα αναγκάζονται να κάνουν υποχωρήσεις απέναντι στους μεγαλύτερους γεωπολιτικούς τους αντιπάλους για να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Αμερική μπορεί να κερδίσει στρατιωτικά το Ιράν, αλλά πόσο βαρύ θα είναι το τίμημα που θα πληρώσει η παγκόσμια μεσαία τάξη στο ράφι του σούπερ μάρκετ και στην αντλία του βενζινάδικου.