Κρατικά μυστικά, θεωρίες συνομωσίας, FISA και κινέζοι κληρονόμοι: O ακήρυχτος πόλεμος που συγκλονίζει την Oυάσιγκτον

Ενα εκρηκτικό κοκτέιλ εξελίξεων ταρακουνά τον πυρήνα της αμερικανικής πολιτικής σκηνής - Από την ηχηρή, γεμάτη υπονοούμενα έξοδο του Τζο Κεντ και το θρίλερ με το λογισμικό παρακολουθήσεων FISA, μέχρι τη σιωπηρή βιομηχανία παρένθετης μητρότητας που εκμεταλλεύεται τα όρια του Αμερικανικού Συντάγματος

Κρατικά μυστικά, θεωρίες συνομωσίας, FISA και κινέζοι κληρονόμοι: O ακήρυχτος πόλεμος που συγκλονίζει την Oυάσιγκτον

Όταν ο καπνός από την καθημερινή πολιτική τριβή στην Ουάσιγκτον κατακάθεται, αυτό που αποκαλύπτεται δεν είναι απλώς μια ακόμη κοκορομαχία Ρεπουμπλικανών – Δημοκρατικών, αλλά ένας πολύπλοκος ιστός αντιφάσεων, μυστικών ερευνών και νομικών κενών, με τον Ντόναλντ Τραμπ να κινείται διαρκώς στο φόντο αυτών των συγκρούσεων.

σχετικά άρθρα

Καταρχάς, η παραίτηση του διευθυντή Εθνικής Ασφάλειας Τζο Κεντ έσκασε σαν βόμβα –αν και, για όσους γνωρίζουν τα παρασκήνια, ο κρότος ήταν απολύτως αναμενόμενος. Ο Κεντ, μέσα από επιστολή παραίτησης που διέρρευσε –ή μάλλον «αφέθηκε» να διαρρεύσει– μέσω Twitter, επικαλέστηκε ως κύρια αιτία την αντίθεσή του σε έναν ενδεχόμενο πόλεμο με το Ιράν, αφήνοντας αιχμές ότι η αμερικανική ηγεσία άγεται και φέρεται από τις επιδιώξεις του Ισραήλ.

Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, μοιάζει περισσότερο με προπέτασμα καπνού για να καλύψει μια βαθύτερη ρήξη. Στην πραγματικότητα, ο Κεντ βρισκόταν ήδη στο περιθώριο: κορυφαίοι αξιωματούχοι, όπως ο επικεφαλής της CIA Τζον Ράτκλιφ και η Τούλσι Γκάμπαρντ, τον είχαν ουσιαστικά αποκλείσει από τις κρίσιμες ενημερώσεις για το Ιράν. Η επιλογή του να εμφανιστεί αμέσως μετά την παραίτησή του στο podcast του Τάκερ Κάρλσον –μια πλατφόρμα με τεράστια απήχηση, αλλά και με έντονα αμφιλεγόμενη στάση απέναντι στο Ισραήλ– ήταν μια ξεκάθαρη κίνηση τακτικής: ο Κεντ επιχείρησε να ηρωοποιήσει την έξοδό του, τοποθετώντας τον εαυτό του ως «μάρτυρα» απέναντι στο κατεστημένο.

Όμως το πραγματικό παρασκήνιο έχει ρίζες στο FBI. Ο Κεντ φέρεται να τελεί ήδη υπό έρευνα για διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών. Το ρήγμα είχε ανοίξει από τον Οκτώβριο, όταν ο διευθυντής του FBI, Κας Πατέλ, εξοργίστηκε με την απόφασή του να ψάξει τα αρχεία της υπηρεσίας, αναζητώντας «ξένο δάκτυλο» πίσω από τον Τάιλερ Ρόμπινσον, τον φερόμενο ως δολοφόνο του Τσάρλι Κερκ. Η εμπλοκή του σε θεωρίες συνωμοσίας, σε συνδυασμό με τις διαρροές, τον μετέτρεπαν σε «ξένο σώμα» στον μηχανισμό, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα ένα υποβόσκον ρήγμα στο εσωτερικό της συντηρητικής παράταξης – έναν ιδιότυπο εμφύλιο για την κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής.

Το παράδοξο του FISA και η «παγίδα» της εξουσίας

Ενώ το πολιτικό σκηνικό βράζει, ένα άλλο –ίσως πιο κρίσιμο– ζήτημα εθνικής ασφάλειας δοκιμάζει τις αντοχές της σημερινής διοίκησης: η ανανέωση του Άρθρου 702 του νόμου FISA. Πρόκειται για το εργαλείο μαζικών παρακολουθήσεων που, θεωρητικά, στοχεύει αλλοδαπούς, αλλά στην πράξη συλλέγει, χωρίς ένταλμα, επικοινωνίες Αμερικανών πολιτών σε βιομηχανική κλίμακα.

Εδώ κρύβεται η απόλυτη πολιτική ειρωνεία. Μια διοίκηση που στο παρελθόν υποστήριζε ότι υπήρξε θύμα εργαλειοποίησης αυτών ακριβώς των υπηρεσιών πληροφοριών, σήμερα ζητά την επέκταση των εξουσιών τους. Παρότι ο Κας Πατέλ διαβεβαιώνει ότι έχουν γίνει «μεταρρυθμίσεις» –όπως ο περιορισμός των πρακτόρων του FBI που έχουν πρόσβαση στη βάση δεδομένων σε «μόλις» 6.600 άτομα– οι φόβοι για καταπάτηση ατομικών ελευθεριών παραμένουν εύλογοι.

Ο πόλεμος με το Ιράν λειτουργεί ως απόλυτος καταλύτης –ή και τέλεια δικαιολογία– για τους θιασώτες της σκληρής εθνικής ασφάλειας, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι τώρα δεν είναι η ώρα να «αφοπλιστεί» η χώρα από τα κατασκοπευτικά της εργαλεία. Η διατήρηση, όμως, αυτού του υπερόπλου δημιουργεί ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο: η παραχώρηση τόσο ανεξέλεγκτων δυνατοτήτων στο κράτος σημαίνει ότι το «κλειδί» μένει στην πόρτα, έτοιμο να χρησιμοποιηθεί από κάθε επόμενη διοίκηση, διαιωνίζοντας έναν κύκλο πιθανής εργαλειοποίησης της δικαιοσύνης και των μυστικών υπηρεσιών.

Συνταγματικά κενά και η βιομηχανία των «χρυσών» μωρών

Μακριά από τα ραντάρ της καθημερινής πόλωσης, μια αθόρυβη αλλά ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία δοκιμάζει τα νομικά αντανακλαστικά των Ηνωμένων Πολιτειών. Το φαινόμενο της εμπορικής παρένθετης μητρότητας από εύπορους Κινέζους υπηκόους, οι οποίοι χρησιμοποιούν Αμερικανίδες παρένθετες για να εξασφαλίσουν αυτόματα την αμερικανική υπηκοότητα στα παιδιά τους μέσω του 14ου Άρθρου του Συντάγματος, έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Τα μεγέθη ζαλίζουν: μόνο το 2020, εν μέσω πανδημίας και ταξιδιωτικών περιορισμών, γεννήθηκαν περίπου 5.000 μωρά υπό αυτές τις συνθήκες. Ακόμη πιο ακραίο είναι ρεπορτάζ της Wall Street Journal, σύμφωνα με το οποίο ένας και μόνο Κινέζος επιχειρηματίας καυχιέται ότι έχει αποκτήσει πάνω από 100 παιδιά μέσω παρένθετων μητέρων στις ΗΠΑ, με στόχο να τα αναδείξει σε κληρονόμους και στελέχη της αυτοκρατορίας του, αξιοποιώντας πλήρως τα αμερικανικά διαβατήριά τους.

Αυτό το νομικό και ηθικό κενό οδηγεί σε μια κρίσιμη αναμέτρηση στο Ανώτατο Δικαστήριο την 1η Απριλίου. Το εκτελεστικό διάταγμα επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το 14ο Άρθρο, εισάγοντας τον όρο του «άμεσου βιολογικού γεννήτορα» (progenitor). Εκεί, όμως, η σύγχρονη βιολογία συγκρούεται με τη νομική θεωρία: ποιος είναι ο γεννήτορας; Η Αμερικανίδα παρένθετη που κυοφορεί το βρέφος σε αμερικανικό έδαφος ή ο ξένος υπήκοος που, χάρη στην τεχνολογία, έστειλε το γενετικό του υλικό χωρίς να πατήσει ποτέ το πόδι του στις ΗΠΑ;

Οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου –με δεδομένη την originalist προσέγγιση της πλειοψηφίας απέναντι στο Σύνταγμα– αναμένεται να καθορίσουν όχι μόνο το μέλλον της πολιτικής για το δικαίωμα στην ιθαγένεια, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος θα θωρακιστεί απέναντι σε υβριδικές πρακτικές εκμετάλλευσης του νομικού του συστήματος, χωρίς αναδρομική ισχύ.

Η μεγάλη εικόνα

Η Ουάσιγκτον βρίσκεται, για άλλη μια φορά, σε ένα σταυροδρόμι όπου εθνική ασφάλεια, ατομικές ελευθερίες και συνταγματικά όρια συγκρούονται βίαια. Από τα γραφεία της αντιτρομοκρατίας μέχρι τις αίθουσες του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα δεν αφορούν απλώς τη διαχείριση της τρέχουσας επικαιρότητας. Αποτελούν τις ψηφίδες που θα διαμορφώσουν το θεσμικό και γεωπολιτικό μέλλον των Ηνωμένων Πολιτειών για τις επόμενες δεκαετίες – και θα κρίνουν ποιος τελικά κρατά τα κλειδιά αυτού του συστήματος.